Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΙΗΓΗΜΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΙΗΓΗΜΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 20 Σεπτεμβρίου 2014

ΕΝΑΣ ΧΩΡΙΣΜΟΣ




Τίποτα μετά δεν είναι το ίδιο με αυτό που ήταν πριν. Οι φωνές έξω στον δρόμο ακούγονται απειλητικές, ένας απλός τσακωμός μπορεί να σε αναστατώσει. Πριν, είτε σε διασκέδαζαν είτε σε ενοχλούσαν. Τώρα, σε φοβίζουν. Το ίδιο σου το σπίτι μοιάζει σχεδόν εχθρικό, οι καρέκλες, το τραπέζι, το κρεβάτι, ειδικά το κρεβάτι, σχεδόν εχθρικά, 
αν όχι εχθρικά, ξένα. 
Ξένος στο ίδιο σου το σπίτι, ξένος παντού. Μία απλή αναποδιά είναι σαν οιωνός κακών, 
λες και τα πράγματα/οι άνθρωποι γύρω σου, περίμεναν τόσο καιρό για να σε βρουν απροστάτευτο και να σε τσακίσουν. Το κάθε τι μπορει να σε τσακίσει τώρα, είσαι εύθραυστος σαν γυαλί κι ευάλωτος σαν παιδί. Σαν παιδί που χωρίζουν οι γονείς του, σαν κάτι που δε περίμενες ποτέ να γίνει κι είχες  βασίσει τη ζωή σου όλη σε αυτό, 
οι σταθερές, τα δεδομένα, ο ερπετοειδής εγκέφαλος που ρυθμίζει τις αναπνοές, 
το περπάτημα και ο,τι αυτομάτως γίνεται στις λειτουργίες σου,
 όχι σα παιδί, 
σα βρέφος που τίποτα δε μπορεί να ρυθμίσει πια, να ελέγξει, χειρότερα κι από βρέφος, 
γιατί σαν βρέφος τουλάχιστον δε θα είχες συνείδηση.

Ενώ τώρα, σκέφτεσαι. Βασικά, τίποτα αλλο δε μπορείς να κάνεις από το να σκέφτεσαι.

Τί πήγε στραβά, τί θα μπορούσε να αλλάξει, τί θα μπορούσες να αλλάξεις, τί ήταν εκτός του ορίζοντα δυνατοτήτων σου. Το να πειστείς ότι δεν έφταιγες σε τίποτα, τουλάχιστον σε πρώτη φάση, είναι σωτήριο, γιατί αν στη πρώτη φάση δεις ότι φταις εσύ, μπορεί να τρελαθείς. Δεν είναι δυσκολο να τρελαθείς. Να συνεχίσες τη ζωή σου σα να μην είσαι πια μόνος σου. Να συνεχίσεις να της μιλάς. Να της λες τα νέα σου, να την αποκαλείς "μωρό σου" σα να μην έχει αλλάξει τίποτα. Να τρως λες κι είναι δίπλα, πνίγοντας το ρέψιμο για να μη σε ακούσει και σε πει γουρούνι. Να κοιτάζεσαι στον καθρέπτη και να αναρωτιέσαι πότε θα ξεπροβάλλει εκεί, στον μικρό σου καθρέπτη, στη δική σου ζωή. Να αγοράζεις στο σουπερμαρκετ ακόμα το αγαπημένο της αναψυκτικό, αυτή την άθλια πορτοκαλάδα λάϊτ που τώρα τη κρατάς ούτε καν σαν ακριβή Σαμπάνια αλλά σαν το Άγιο Δισκοπότηρο. 
Χθες τη δοκίμασες και σου άρεσε. Μήπως να αντικαταστήσεις τη σόδα;
Το χειρότερο δεν είναι τα κλάματα από το πουθενά, το κόψιμο της ανάσας λες και παθαίνεις κρίση πανικού (καλομελέτα), η φρίκη της μοναξιάς που δε σε τρόμαζε ιδιαίτερα, ειδικά τα τελευταία χρόνια που ψευτοωρίμασες, αλλά τώρα σου ξεσκίζει τα σωθικά.
Το χειρότερο είναι κάποια πρωινά που ξυπνάς και λίγο πριν σε πλημμυρίσει η πραγματικότητα, νομίζεις ότι δεν έχει αλλάξει τίποτα και πας να πιάσεις το κινητό να τη καλημερίσεις. Δε κρατάει πολύ, κλάσματα δευτερολέπτου. Τα αμέσως επόμενα δευτερόλεπτα, που η πραγματικότητα σε χτυπάει σαν τσουνάμι και σαν ηλεκτρικό ρεύμα, αυτά είναι τα χειρότερα. Σα να βλέπεις τον ήρωα σε αγαπημένη σου κινηματογραφική ταινία να πεθαίνει, εντελώς απροσδόκητα κι ο ήρωας αυτός να είσαι εσύ. Ένα χτύπημα σιδερογροθιάς στην καρδιά σου, αρρυθμίες, θολώνει το βλέμμα, δε θες τίποτα να δεις έτσι κι αλλιώς, θες να παγώσεις τον χρόνο, λίγες μέρες έστω πριν, για πάντα, μία μέρα της Μαρμότας, ξανά και ξανά και ξάνα και ξανά ας παίζει η ίδια μέρα και το ορκίζεσαι ότι δε θα βαρεθείς ποτέ σου να τη ζεις, άλλη μία μέρα, αρκεί στο πλάϊ σου, να είναι αυτή.

Και πνίγεις τα δάκρυα σου όταν βλέπεις τους δικούς σου, τί φταίνε αυτοί, δε πρέπει να σε δούνε κλαμμένο, 
και πνίγεις τα χέρια σου για να μη σχηματίσεις τον αριθμό της, γιατί δε πρέπει, τόσες φορές έχεις δώσει την ίδια συμβουλή, αυτός που εγκαταλείπεται, δε πρέπει ποτέ του να ζητιανεύει, να επικοινωνεί, 
και πνίγεις τη καρδιά σου να σταματά να νιώθει,
 σταμάτα να νιώθεις, σταμάτα να νιώθεις, σταμάτα να νιώθεις. σταμάτα να νιώθεις, 
δε γίνεται άλλο να νιώθεις, κάθε που νιώθεις, ξεριζώνεσαι, κυριολεκτικά, το ξέρεις ότι κομμάτια σου εκείνη τη στιγμή ξεριζώνονται, το χαμόγελό σου ξεριζώνεται, η ελπίδα σου ξεριζώνεται, ό,τι ονειρευόσουν για το αύριο ξεριζώνεται, ποιό αύριο, δε θές κανένα αυριο, χθες, χθες, χθες, χθες, εκατό φορές, εκατο γραμμές, εκατο οθόνες, εκατό λαπτοπ να πληκτρολογούν για πάντα το χθες, βάζω τιμωρία στον εαυτό μου, δάσκαλε πόσες φορές θέλεις να το γράψω, μπορώ να το γράφω μέχρι να πάρουν φωτιά τα δάχτυλα μου, χθες, χθες χθες, αγαπημένο μου χθες, να πάρουν φωτιά τα δάχτυλα μου,να πάρει φωτιά αυτό το άθλιο παρόν και να ζήσω για πάντα εκεί που αγαπάω, εκεί που υπάρχω, εκεί που αναπνέω δίχως να μου κόβεται ή ανάσα, εκεί που χαμογελάω δίχως να θυμίζω ερασιτέχνη-κακό ηθοποιό, εκεί που ακούω τις φωνες στον δρόμο και γελάω με τους τσακωμούς, εκεί που κοιτάζω τις καρεκλες και τα τραπέζια και τα αναγνωρίζω ως δικά μου,
τώρα , jamais vu, το αντίθετο του deja vu, κοιτάζεις πράγματα κι ανθρώπους δικά σου που όμως πια δεν αναγνωρίζεις,
εκεί που δε χρειάζεται να εξηγώ, εκεί που δε χρειάζεται να προσπαθώ να επιβιώσω,
εκεί που υπάρχω, εκεί που αγαπάω, εκεί που μπορώ,
εκεί που μπορώ,
εκεί που πιάνω το κινητό για να πω
καλημέρα αγάπη μου, καλημέρα ζωή μου, σε λατρεύω.

Σε λατρεύω.

Αλλά, όπως υπάρχουν πράγματα που μπορούμε να κάνουμε, έτσι υπάρχουν κι αυτά που δε τα μπορούμε. Όπως δεν αλλάζει το χθες, κι είναι παντοτινά δικό σου, μη μπορώντας κανείς να στο αφαιρέσει, έτσι υπάρχει και το παρόν, το αύριο, που αλλάζει, κι αυτό μπορεί να στο αφαιρέσει εύκολα εκείνος με τον οποίον το χτίζατε μαζί. Σου παίρνει το συγκεκριμένο αύριο, δε μπορεί όμως να σου πάρει το Αυριο. Κι είναι πια άγνωστο, τρομακτικό, μυστηριώδες, ασχεδίαστο, αλλά υπάρχει. Όπως υπάρχεις κι εσύ. Όχι εκεί, εδώ. Όχι εμείς, εσύ. Εσύ.
Κι αυτό που πρέπει να νικήσεις. Για να ξαναγίνεις εσύ.

Να νικήσεις, Θεέ μου πόσο αστείο. πώς να νικήσεις αυτό που αγαπάς;
Και τί θα μείνει αν το νικήσεις; Μία Σκιά που ακούει ακόμα στο όνομά σου;
Τί να τη κάνεις αυτή την Σκιά;

Να της δώσεις σάρκα ξανά. Να τη γεμίσεις με όνειρα, να τη γεμίσεις με μυρωδιές , με τραγούδια, με όρκους, με μυστικά, με πρωινά που οι φωνές στον δρόμο θα ακούγονται ξανά αστείες, ενοχλητικές.
Κάποτε, τον ίδιο τον πόνο που σου τρώει τώρα τις σάρκες, τον πόνο αυτον, μπορεί να νοσταλγήσεις. Ναι, μη σου φαίνεται παράλογο, να τον νοσταλγήσεις, ως απόδειξη έμπρακτη της εποχής εκεινης που μπορούσες ακόμα να νιώσεις, να αισθανθείς, να εκπλαγείς, να νικηθείς, να μισήσεις, να πεθάνεις.
Μόνο έτσι ζεις. Ολο αυτό είναι η απόδειξη ότι είσαι ακόμα ζωντανός. Ότι σε μια νεκρή κοινωνία, η καρδιά σου ακόμα χτυπά, έστω με αρρυθμίες. Χτυπά. Δεν είναι κρίση πανικού, είναι η απόδειξη ότι μπορείς ακόμα να αισθάνεσαι, αγκάλιασε αυτές τις στιγμές, αυτές τις στιγμές που σε γερνάνε και σε πονάνε και γκριζάρουν περισσότερο τα μαλλιά σου, αγκάλιασε τες και τίμησε τες με όλη τη μεγαλοπρέπεια που τους αξίζει, αγκάλιασε τες, δεν είναι παρά εσύ, ζωντανός, ναι, μισός, ναι, διχως τα καλύτερα κομμάτια σου, αλλά εσύ, ζωντανός, ζωντανός, ζωντανός, όσο περισσότερο πονάω, τόσο δυνατότερος είμαι, όσο περισσότερο νιώθω τη ζωή να φεύγει από μέσα μου, τόση περισσότερη καινούρια ζωή έρχεται για να την αντικαταστήσει, η ζωή, το αίμα που ανανεώνεται, η καρδιά που αδειάζει για να ξαναγεμίσει,

Κάθε λεπτό, αλλάζει η διάθεση. Γελοίες σου φαίνονται οι θετικές σκέψεις,
 οδηγός αυτοβοήθειας για Αμερικανίδα νοικοκυρά, 
ποιόν κοροϊδεύεις;
Και ξανά, η καρδιά γεμίζει. Και ξανά, η καρδιά αδειάζει.

Εσύ. Κι αντίπαλος σου εσύ. Αντίπαλος σου το αύριο. Ο δρόμος, το ανοιχτό παντζούρι, ο ήλιος, η ταμίας του σούπερμάρκετ, λες και γνωρίζουν ,λες και είναι εκεί για να σου υπενθυμίζουν
ότι έφυγε.
'Εφυγε. Και η ανάσα βαριά, και τα κόκκαλα πονάνε, και η καρδιά φτερουγίζει, φτερουγίζει λές και θέλει να πετάξει από το σώμα σου για να επιστρέψει στο χθες, πλάι της, πλάι σε εκείνη που έμαθε να χτυπά, τώρα γιατί να χτυπά, εκείνη θέλει, εκείνη αγαπά.. στο χθες, στο χθες, δυνατά, ζωντανά, ευτυχισμένα, ανθρώπινα, φυσιολογικά.

Πώς τελειώνει; Θεέ μου, πώς τελειώνει; Πώς τελειώνει αυτό το διήγημα; Πώς τελειώνει ο πόνος; Πως γίνεται ελπίδα ξανά; Πώς τελειώνει; 
Πες μου, πώς τελειώνει;




Πέμπτη 4 Σεπτεμβρίου 2014

ΤΟ ΣΚΥΛΟΣΠΙΤΟ.



Τη πρώτη φορά, νόμιζα ότι μου έκαναν πλάκα. Πώς αλλιώς να το ερμηνεύσω; Όταν σου λέει κάποιος ότι από εδώ και πέρα θα περπατάς με αλυσίδες στα χέρια, δίχως να εξηγεί τίποτα άλλο, το πιο λογικό πράγμα δεν είναι να κλείσεις το τηλέφωνο και να το ξεχάσεις;
Θυμάμαι πολύ καθαρά τη πρώτη νύχτα που με σπάσανε στο ξύλο. Όταν τελείωσαν, μου έδωσαν τις αλυσίδες μου. Και μου είπαν ότι δε θα ξαναβγείς ποτέ στο δρόμο δίχως αυτές.

Το επόμενο πρωί, τις φόρεσα. Δεν αντέχω το ξύλο. Εξω στον δρόμο, είδα κι αρκετούς άλλους να τις φοράνε. Μιλήσαμε. Θυμώσαμε. Κάποιος προσπάθησε να τις βγάλει. Γίναμε πολλοί κι ένιωσα ότι αυτός ο καφκικός εφιάλτης θα έληγε σύντομα. Όσο ισχυροί κι αν ήταν, ήμασταν περισσότεροι. Κάποιοι κατάφεραν να τις αφαιρέσουν. Ανάμεσα τους, κι εγώ.

Το ίδιο βράδυ, έφαγα ακόμα περισσότερο ξύλο. Και δεν ήταν κανείς εκεί για να με βοηθήσει..

Το επόμενο πρωί, τις ξαναφόρεσα. Εξω, όσοι τις φορούσαν, ήταν περισσότεροι απο εχθές. Και, σε αντίθεση με χθες, αυτό που ένιωσα δεν ήταν αγανάκτηση. Αλλά, παρηγοριά. Ανθρώπινο, πολύ ανθρώπινο. Ένιωσα ότι δεν ήμουν ο μόνος. Και παρηγοριόμουν για τη δειλία και τη κατάντια μου. Ταυτόχρονα όμως, στεναχωριόμουν για αυτό που έβλεπα: Πρώην περήφανοι άνθρωποι, τώρα να περπατούν με αλυσίδες στα χέρια, 
δίχως κανείς να τους εξηγεί έστω γιατί.

Το ίδιο βράδυ, οι ίδιοι βασανιστές, μου έφεραν ένα ζευγάρι αλυσίδες ακόμα.
"Αυτές, στα πόδια." Είπαν. Κι εφυγαν.
Όταν είδα την οργή να επιστρέφει στα πρόσωπα των διπλανών μου, αναθάρρησα. Θυμήθηκα ότι είμαι άνθρωπος, κι ότι οι άνθρωποι δε πρέπει να περπατουν με αλυσίδες στα χέρια και στα πόδια.
( Για να είμαι ειλικρινής, το φαινόμενο δεν εμφανιζόταν για πρώτη φορά. Σποραδικά, στο παρελθόν, τύχαινε να πέσω πάνω σε ανθρώπους με αλυσίδες στα χέρια και στα πόδια. Αλλά δεν είχα δώσει σημασία. Μπορεί να τη βρίσκουν έτσι, είχα σκεφτεί. Άσε που ήταν και λίγοι και μακρυά από τη γειτονιά μου. Περισσότερο απειλή είχα νιώσει, παρά λύπη ή απορία.)
Θυμήθηκα λοιπόν ότι είμαι άνθρωπος, και μαζί μου, το θυμήθηκαν πολλοί. Αποφασίσαμε να τις βγάλουμε. Στη Πλατεία, είχαμε μαζευτεί κάτι εκατοντάδες χιλιάδες. Και τους τις πετάξαμε στα μούτρα.

Το ξύλο που έφαγα αυτό το βράδυ ήταν ακόμα χειρότερο. Την ώρα που με δέρνανε, λίγο πριν λιποθυμήσω, σκέφτηκα ότι θα πεθάνω. Μα, δε πέθανα. Δίχως καλά καλά να μπορώ να δω τον εαυτό μου στον καθρέπτη, το πρησμένο μου πρόσωπο κι εγώ συμπεράναμε ότι αυτές οι αλυσίδες δε πρέπει ποτέ να ξαναβγούνε από τα χέρια και τα πόδια. Θα δυσκολεύονταν οι κινήσεις μας, δε θα μπορούσαμε να τρέχουμε ή να τρώμε ή να κάνουμε έρωτα το ίδιο με πριν, αλλά δε πειράζει, θα συνηθίζαμε.

Την επόμενη μέρα, αυτό που παρατηρούσα στον δρόμο πια δεν ήταν πόσοι φοράνε τις αλυσίδες.
Αλλά πόσοι, δε τις φοράνε. Δε τους έβλεπα ως αδούλωτους, δε τους έβλεπα ως κουράγιο.
Τους έβλεπα ως παραφωνία. Ως κάτι που μου χαλάει τη σκλαβιά. Όσοι φορούσαν τις αλυσίδες, παράδοξο μεν αλλά με ελευθέρωναν. Από τη σκέψη ότι κατάντησα σκλάβος. Όσοι δε τις φορούσαν, με κάποιο τρόπο, μου υπενθύμιζαν ότι είμαι σκλάβος. Το ότι είμαι σκλάβος, τη πραγματική αυτή κατάσταση μπορούσα να την αντέξω. Τη σκέψη όμως ότι είμαι σκλάβος, όχι.
Κοιταγα τους μη αλυσοδεμένους, και αισθανόμουν το ίδιο μίσος που είχα νιώσει εκείνο το πρώτο πρωινό για τους βασανιστές μου. Το μίσος αυτό με γιατρευε, έκλεινε τις πληγες στα χέρια και στα πόδια, τις πληγές από τις αλυσίδες.

Το επόμενο βράδυ, οι ίδιοι βασανιστές εμφανίστηκαν ξανά. Δε πίστευα στα αυτιά μου όταν μου ανακοίνωσαν ότι από εδω και πέρα, θα περπατάω στα τέσσερα, όπως τα σκυλιά. Ρώτησα γιατί, δε μου απάντησαν αρχικά. Κάποιος ξεστόμισε κάποιες δικαιολογίες, δε τις κατάλαβα. Η Ελλάδα βρίσκεται σε κίνδυνο, είπε. Αν δε μάθουμε να περπατάμε σα τα σκυλιά, θα χαθούμε. Δε τόλμησα καν να ρωτήσω γιατί εσείς περπατάτε σαν άνθρωποι, δίχως αλυσίδες. Δεν ήθελα να ξαναφάω ξύλο, δεν το άντεχα.

Το πρωί, βρέθηκαν αρκετοί να φωνάξουν ότι γεννηθηκαμε άνθρωποι, ότι γεννηθηκαμε να κοιτάμε στον ουρανό κι όχι στη γη, ότι δεν είμαστε τετράποδα για να περπατάμε στα τέσσερα, ότι αν το δεχτούμε αυτό, τότε τίποτα δε τους εμποδίζει να εξισώσουν τις ζωές των ανθρώπων όχι με τα σκυλιά, αλλά με το τίποτα. Δεν ήμουν ο μόνος που τους άκουγε καχύποπτα. Τα γόνατα μου, άπειρα από την επαφή τους με την άσφαλτο και το χώμα, τσουρουφλίζονταν και γδέρνονταν. Η μέση μου πονούσε. Όταν έμαθα ότι κάπου εκεί υπήρχε γκρεμός και ότι κάποιοι σέρνονταν μέχρι εκεί για να πέσουν τελειώνοντας έτσι το μαρτύριο, ένιωσα ξανά κάτι που είχα καιρό να νιώσω: Συμπόνοια, θλίψη και οργή.
Ήταν λες και οι νεκροι συν-βασανισθέντες μου, με ενδιέφεραν περισσότερο από τους ζωντανούς.
'Αρχισα να σκέφτομαι ότι κάτι που αγαπάς περισσότερο όταν είναι νεκρό, δεν είναι κάτι που νοιάζεσαι ή αγαπάς. Μάλλον είναι κάτι που προτιμάς να πεθαίνει,
 όχι τόσο γιατί είμαστε πολλοί και δε μπορούν να μας συντηρήσουν όλους αλλά γιατί είναι κάτι που μπορεί να σου ξυπνήσει μέσα σου πέντε -δεκα συναισθήματα. Ήταν σα να λέγαμε στους υποψήφιους αυτόχειρες, αυτοκτονήστε για να συγκινηθούμε. Για να θυμηθούμε ότι, μολονότι περπατάμε πια στα τέσσερα, ήμαστε ακόμα άνθρωπου, για να επιβεβαιωθούμε ότι μπορούμε ακόμη να νιώσουμε.
Το βέβαιο είναι ότι ασχολούμασταν περισσότερο με αυτούς που έπεφταν στο γκρεμό, παρά με αυτούς που μας φώναζαν να σηκωθούμε στα πόδια μας. Είχαν αρχίσει να φαίνονται πια λίγο ενοχλητικοί.
Εκνευριστικοί. Αλαζονικοί. Στον κόσμο τους. Παραφωνία.

Kι όταν κάποια γυάλινα βλέμματα σε μία γυάλινη οθόνη, μου έλεγαν ότι δε πρέπει να σηκωθώ ξανά στα δύο μου πόδια, αναρωτήθηκα μήπως έχουν δίκιο.


Πριν τις αλυσίδες, είχα μερικά λεφτά, μου είπαν μαζί τα φάγαμε και μάλλον είχαν δίκιο, έπρεπε να τους τα δώσω.
Πριν τις αλυσίδες, αν ήμουν νέος μου είπαν ότι περίσσευα κι ότι έπρεπε να φύγω 'εξω, 
είχαν δίκιο, 
έφυγα.
Πριν τις αλυσίδες, αν ήμουν γέρος, μου είπαν ότι οι γέροι δε πεθαίνουν κιόλας, κι είχαν δίκιο, 
πέθανα.

Φόρεσα τις αλυσίδες, δεν είχα πια λεφτά, ο Ολάντ με έλεγε φαφούτη

http://www.iefimerida.gr/news/168911/%CF%84%CF%81%CE%B9%CE%B5%CF%81%CE%B2%CE%B5%CE%BB%CE%AD%CF%81-%CE%BF-%CF%83%CE%BF%CF%83%CE%B9%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%AE%CF%82-%CE%BF%CE%BB%CE%AC%CE%BD%CF%84-%CE%BC%CE%B9%CF%83%CE%B5%CE%AF-%CF%84%CE%BF%CF%85%CF%82-%CF%86%CF%84%CF%89%CF%87%CE%BF%CF%8D%CF%82-%CF%84%CE%BF%CF%85%CF%82-%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%B5%CE%AF-%C2%AB%CF%86%CE%B1%CF%86%CE%BF%CF%8D%CF%84%CE%B7%CE%B4%CE%B5%CF%82%C2%BB

κι είχε δίκιο,
 γιατι τα δόντια μου έχουν αρχίσει να χαλάνε.

Φόρεσα τις αλυσίδες, σιγά σιγά άρχισα να τρελαίνομαι, η Λιθουανή Υπουργός Υγείας είπε ότι η ευθανασία είναι κάτι που πρέπει σιγά σιγά να αρχίσουμε να σκεφτόμαστε για τους ψυχικά ασθενείς, 
κι έχει δίκιο, 
γιατί στη κατάσταση που είμαι δε μπορώ να βοηθήσω στην ανάπτυξη και στη παραγωγική ανασυγκρότηση

http://www.iatronet.gr/eidiseis-nea/perithalpsi-asfalisi/news/27939/lithoyania-efthanasia-gia-xronioys-pasxontes-proteinei-i-ypoyrgos-ygeias.html


Φόρεσα τις αλυσίδες και μου είπαν ότι το ρεύμα δεν είναι κοινωνικό αγαθό, 
κι είχαν δίκιο, 
άσχετα αν στη προσπάθεια μου να ζεσταθώ  ή να κρατηθώ στη ζωή με μηχανήματα στο σπίτι, 
πέθανα και πάλι.





Ετσι, τί πιο λογικό, από το να ακούσω με μεγάλη σοβαρότητα και συγκατάβαση τους πρώην βασανιστές μου
-είχαν πάψει να με βασανίζουν γιατί ήμουν πια πειθαρχημένος, 
η ψυχή και το μυαλό μου,
 ένα σύνδρομο Στοκχόλμης-
'οταν μου ανακοίνωσαν ότι από δω και πέρα, θα έπρεπε να ζω σε ένα σκυλόσπιτο. Πόσο δίκιο είχαν αυτή τη φορά, 
πώς θα μπορούσε κάποιος που περπατάει στα τέσσερα να ζει σε ανθρώπου σπίτι;
Τους παρέδωσα το σπίτι μου ακούγοντας, και σύρθηκα στη νέα μου κατοικία. 
Μέσα ήταν πιο ευρύχωρο από ότι φαινόταν απέξω.

Και δεν είμαι εγκληματίας επειδή έμαθα να ζω με αλυσίδες, άλλωστε πριν λίγο καιρό μου τις έβγαλαν από τα χέρια και τα πόδια, δε χρειάζονται πια, έμαθα να περπατώ με χέρια και πόδια δεμένα δίχως αυτές, τώρα που οι αλυσίδες είναι στη ψυχή.
Και δεν είμαι εγκληματίας επειδή έμαθα να περπατάω στα τέσσερα, άλλωστε τα γόνατα δε γδέρνονται πια, σκλήρυναν, συνήθισαν το χώμα και την άσφαλτο.
Και δεν είμαι εγκληματίας επειδη έμαθα να ζω μες σε ένα σκυλόσπιτο, μακρυά από ο,τιδήποτε ανθρώπινο που συνειδητοποίησα πια ότι δε μου ανήκει.
Ειμαι εγκληματίας γιατί τα παιδιά που θα φέρνω στον κόσμο, δε θα σκεφτούν ποτέ ότι είναι αφύσικο το να περπατάς στα τέσσερα, με χέρια και πόδια δεμένα απο αόρατες αλυσίδες. Είμαι εγκληματίας γιατί τα παιδιά μου θα σκεφτούν ότι σε ένα σκυλόσπιτο είναι φυσιολογικό να μένεις. Κι ότι κάθε αμφισβήτηση για τη κατάσταση αυτή, είναι παράλογη, σχεδόν ανήθικη, ουτοπική. 'Οτι η ανθρώπινη κατάσταση δε πρέπει να διαφέρει από αυτή του σκύλου.

Κι αυτός θα είναι ο κανόνας. Απαράλλακτος και αμετάβλητος για τα επόμενα χρόνια.

Απλά, όπως κάθε κανόνας έχει τις εξαιρέσεις του, έτσι και κάθε δράση έχει αντίδραση,
 'ετσι και κάθε κατάσταση έχει τις ανεπιθύμητες συνέπειες/παρενέργειες  της.
 Κάποια από τα σκυλιά αυτά, θα γεννηθούν μολυσμένα. Μολυσμένα από τη σκέψη ότι αυτό που βιώνουν είναι παράλογο. Μολυσμένα από τον ατράνταχτο ρασιοναλισμό του ότι, από τη στιγμή που έχουν δύο πόδια, δε πρέπει να περπατούν στα τέσσερα. Κάποια έχουν ήδη γεννηθεί. Αλλά και κάποιοι αλυσοδεμένοι είναι κοντά στο να τις σπάσουν.
Όταν μαθαίνεις σε κάποιον να είναι σκύλος, να περιμένεις ότι μπορεί να πάθει κι ότι παθαίνουν μερικά από αυτά: Να λυσσάξει.
Κι ένα σκυλί που λυσσάει, είναι επικίνδυνο. Μπορεί τη στιγμή που περπατάς έσυ στα δύο σου πόδια, ανυποψίαστος κι αμέριμνος δίπλα του, να σε δει με κακό μάτι. Να ξεχάσει τους βασανιστές του. Να θυμηθεί φευγαλέα τί ήταν κάποτε. Και να σε δαγκώσει. Να σε δαγκώσει με τα φαφούτικα του δόντια. Γιατί, τα χαλασμένα δόντια, παραμένουν δόντια. Και θα το θυμηθείς όταν θα μπήγονται στη σάρκα σου.
Όπως έπεσε ο πρώτος στον γκρεμό κι ακολούθησαν χιλιάδες, έτσι χιλιάδες θα ακολουθήσουν και τα δόντια του πρώτου αυτού σκυλιού στη μαλακή σου σάρκα.
Αφού από άνθρωπο με έκανες σκύλο, μπορεί κάποτε να αντιληφθείς εξ ιδίων, τι παθαίνουν τα σκυλιά όταν λυσσάνε.
Τι παθαίνεις κι εσύ, όταν αμέριμνος περπατάς ανάμεσα τους.

Τρίτη 27 Δεκεμβρίου 2011

2 ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ ΤΡΟΜΟΥ ΚΑΙ ΘΡΙΛΕΡ.



Δεν εχω τι να γραψω,
-βασικα εχω, αλλα ειναι τελειως απαισιοδοξες οι σκεψεις και δε θελω τωρα να επεκταθω-
οποτε, αναδημοσιευω δυο διηγηματα που εχω αναρτησει παλιοτερα.



                                    

ΤΟ ΔΑΙΜΟΝΙΚΟΤΕΡΟ ΛΕΥΚΟ

 

 

 

 

Δεν ειχα βρεθει εκει με τη θεληση μου. Θυμαμαι οτι περπατουσα μεσα στο δασος και ξαφνικα συνειδητοποιησα οτι ειχα χαθει..Θυμαμαι οτι με τραβηξαν οι ψαλμωδιες και οι παραξενοι θορυβοι,
αλλα δε μπορω να θυμηθω περισσοτερα, ουτε τι δουλεια ειχα σε αυτο το δασος, ουτε εκεινους που ειχαμε ερθει εδω μαζι.
Κρυμμενος μεσα στις φυλλωσιες, παρακολουθουσα μια Λιτανεια. Δε ξερω πως αλλιως να  χαρακτηρισω αυτο που εβλεπα. Ντυμενοι ομοιομορφα με λευκες κελεμπιες, δεκα με 15 φιγουρες ειχαν σχηματισει εναν κυκλο. Και βαδιζαν στη νοητη περιμετρο αυτου του κυκλου,
βημα αργο κι ασταματητο,
ψελνοντας η μουρμουριζοντας ακαταλαβιστικα.
(Διαισθανθηκα πως η αγωνια μου θα ηταν ακομα μεγαλυτερη αν καταλαβαινα τη γλωσσα τους)
Ηταν ντυμενοι στα λευκα, αλλα αποτελουσε το δαιμονικοτερο Λευκο που ειχα δει ποτε.
Ενα αρρωστο λευκο, που θαρρεις οτι φωσφοριζε, στελνοντας θλιβερα μηνυματα στο φεγγαρι
(Η μπορει  να ηταν εκεινο που αντανακλουσε τη θλιψη του φεγγαριου)

Σταδιακα, φλογες δυναμωναν απο κρυμμενους βωμους.
Και δε θα μου προξενουσε το θεαμα αυτο την ιδια αγωνια, αν δεν ειχα δει κι ακουσει καθαρα
το κλαμα ενος μωρου.
Ημουν σε μια υπερυψωμενη τοποθεσια κι εβλεπα καθαρα μεσα σε αυτο το ξεφωτο.
Μια σκουροχρωμη κουνια στη μεση αυτου του λευκου κυκλου
κι ενα μωρο να κλαιει. Οχι πολυ εντονα, ουτε σπαρακτικα,
κλαμα απαλο, σα να ακουγεται απο πολυ μακρυα,
ομως το οτι ηταν απαλο, καθολου δε μειωνε τη φρικη.
Γιατι βρισκοταν αυτο το μωρο εκει, στη μεση του κυκλου; Στη μεση του πουθενα;
Απο ποια Μητερα το αρπαξαν; Κι αν δεν απηχθη, τι ειδους Μητερα μπορεσε να προσφερει
το μωρο της σε αυτους;

Οι λευκες κελεμπιες σταματησαν να περπατανε, και σχεδον με στρατιωτικο ρυθμο, εστρεψαν
το βλεμμα ταυτοχρονα στο κεντρο αυτου του κυκλου...
....εστρεψαν το βλεμμα τους στο βρεφος.
Εμειναν ακινητοι..ναζι συνοδοι στο Αουσβιτς, επικινδυνοι παραφρονες που μπορεσαν να συνεννοηθουν για να φτιαξουν μιαν Αιρεση..Ηταν σιγουρα Αιρεση γιατι ηταν σιγουρο οτι ολοι αυτοι πιστευαν σε ιδιο Θεο..και τη συνεχεια αυτης της σκεψης δε θελω να τη κανω.

Επειτα κινηθηκαν ολοι μαζι προς το βρεφος, το οποιο, σα να τους καταλαβε,
αρχισε να κλαιει εντονοτερα.
Δε θα ντραπω εδω να το πω: Η πρωτη μου σκεψη ηταν να τρεξω τοσο δυνατα ωστε να παρουν φωτια τα ποδια μου, να φυγω απο αυτο το αποκοσμο ξεφωτο, εγκαταλειποντας το βρεφος στο ελεος αυτων των τερατων.
(Πιστεψτε με, ηταν μια απο τις φορες που δεν αξιζει στη δειλια περιφρονηση, αλλα κατανοηση)

Ειχα δει τοσους εφιαλτες στη ζωη μου μα δε περιμενα ποτε οτι θα βιωσω τον φρικτοτερο απο αυτους ζωντανο. Δεν ηξερα εκεινη τη στιγμη οτι ο εφιαλτης μου δεν ειχε καν φτασει στο αποκορυφωμα του
.
Σκεφτομενος το παιδι που δεν εχω, δεν αντεξα τελικα να αφησω ανυπερασπιστο το βρεφος.
Μαζεψα ολον τον φοβο μου και τον εκανα ορμη. Μαζεψα τον εφιαλτη αυτον πλαι στη ζωη που ειχε μολις γεννηθει και τον συρρικνωσα τοσο πολυ ωστε να μη του επιτρεψω να μολυνει αλλο ετουτη τη νυχτα.
Ετρεξα σπαζοντας τον ανιερο κυκλο και κατευθυνθηκα προς το μωρο. Οι λευκες κελεμπιες
ηταν θολες στα ματια μου, δεν ειχα χρονο, ουτε ηταν η στιγμη καταλληλη ωστε να ζυγισω τις αντιδρασεις τους.
Ομως, στα κλασματα δευτερολεπτου που μεσολαβησαν μεχρι να φτασω στο βρεφος, αντιληφθηκα
οτι παρεμεναν ακινητες, λες και δεν αιφνιδιαστηκαν καθολου απο την εισβολη μου..

...λες και με περιμεναν.

Το φεγγαρι ελαμψε ακομα δαιμονικοτερα οταν πηρα στα χερια μου το βρεφος,
το φεγγαρι, οι λευκες κελεμπιες
ισως ολα μαζι, ισως δε ξερω τιποτα τωρα,
ισως ηταν μια παγιδα απο την αρχη,
ισως η μονη περιπτωση να κρατησω τα λογικα μου ειναι να πεισω τον εαυτο μου οτι αυτο που ειδα εκεινο το βραδυ, δεν ηταν παρα ενας εφιαλτης,
ισως και παλι, δε μπορω να αποφυγω την επελαυνουσα καταρρευση διοτι, ακομα κι αν ηταν ετσι,
τι σοι αρρωστο μυαλο επλασε αυτες τις εικονες;

Ισως δε θα ξεχασω ποτε τι συνεβη τη στιγμη που κρατησα στα χερια μου το μωρο,
ισως δε θα ξεχασω ποτε οτι σταματησε αποτομα να κλαιει,
ισως δε θα ξεχασω ποτε τον τροπο που με κοιταξε λες και δεν ηταν μωρο,
(λες και δεν ηταν νυχτα...λες και δεν ηταν κοσμος),
ισως ακομα και να μπορουσα να κρατησω τα λογικα μου, αν αυτη η σκηνη, το ονειρο η πραγματικοτητα,
εληγε εκει
και δεν εβλεπα ποτε το χαμογελο αυτου του πλασματος, χαμογελο πονηρο, χαμογελο απεριγραπτο,
χαμογελο που τρυπωνε μες στη ψυχη και σου θυμιζε οτι, οσα θαυματα κι αν κατορθωσει ο Ανθρωπος, οσα Μυστηρια κι να εξηγησει, οσους γριφους και να διαλευκανει,
ποτε του δε θα μπορεσει να ξεφυγει απο ενα καταραμενο δασος που βρεθηκε ξαφνικα στον δρομο του, απο ενα καταραμενο δασος που ισως να επιλεγει καποιους απο την αρχη της ζωης τους
και τους καλει εδω,

ενα καταραμενο δασος,
καποιες καταραμενες  φιγουρες..

κ ενα πλασμα..που το χαμογελο του με εκανε απο τοτε να προσμενω τον θανατο
μηπως και λυτρωθω.

















 H γειτονια ηταν πανικοβλημενη. Το εβλεπες στα ματια τους, απο τον ψιλικατζη και τον περιπτερα μεχρι τη φουρναρισσα και ολους οσους τυχαινε να συναντησεις στον δρομο. Αναστατωση και φοβος.
Ο καθενας πια σε ζυγιζε προσεκτικα, δε περνουσε απαρατηρητος κανεις. Μια μειξη καχυποψιας αλλα και ενος αδιορατου ενθουσιασμου. Ναι, ενθουσιασμο θα το χαρακτηριζα. Υπηρχε τωρα κατι που μας ενωνει. Μια νεα συλλογικοτητα. Επρεπε να ειμαστε αλληλεγγυοι.
Με τη παραμικρη φωνη, οφειλαμε να τρεξουμε να δουμε τι εγινε, να ενδιαφερθουμε.

Αλλωστε, αυτο που μας ειχε συμβει, το βλεπαμε μονο στις ταινιες.

Τρεις φονοι, ιδιοι κι απαραλλακτοι, ο ενας με τον αλλον. Δεν ηταν γνωστες οι λεπτομερειες στον κοσμο, παντως τρεις ανθρωποι βρεθηκαν στη μεση του δρομου η εξω απο τα σπιτια τους,
με κομμενο το λαρυγγι. Δε προλαβαν καν να φωναξουν.
Ο δολοφονος ηξερε τι εκανε και που εκοβε.
Δυο αντρες και μια γυναικα. Ο δολοφονος δεν εκανε διακρισεις στο φυλο.
Βλεπαμε περιπολικα συχνοτερα απο ποτε. Ομως, λες και ειχε διαλεξει προσεκτικα το μερος,
η γειτονια μας δε βολευε για περιπολια. Στενοι δρομοι, παντου παρκαρισμενα αμαξια,
ισα ισα που χωραγες να περασεις εποχουμενος.
Ανηφορια και ρυμοτομικα εγκληματα. Μπορουσες να σφαξεις τον οποιονδηποτε με το περιπολικο να βρισκεται λιγο μετρα μακρυα σου, και να μη γινεις αντιληπτος λογω των στενων και των πολυ μικρων για Αθηνα δρομων.
(Αλλωστε, το πιθανολογουσαν ολοι οτι ο δολοφονος ηταν γειτονας τους. Εβγαινε να κανει ο,τι εκανε
και μετα χωνοταν σπιτι του, ικανοποιημενος απο το αρρωστημενο "εργο" του)

Δεν αργησαν να δημιουργηθουν και μοναδες πολιτοφυλακης. Ανθρωποι, κυριως μεσηλικες
και οικογενειαρχες, περιπολουσαν, εφτα εφτα, οχτω οχτω, απο την ωρα που επεφτε ο ηλιος μεχρι
τις 2 με 3 το πρωι. Φακοι, σφυριχτρες, μαλιστα αρκετοι βγαλανε  αδεια οπλοφοριας και φεραν πανω τους καποιο οπλο. Ευκολο δεν ειναι, αλλα ακομα και σημερα, αν πληρωσεις καλα τους σωστους ανθρωπους, δεν υπαρχει περιπτωση να μην εξυπηρετηθει το αιτημα σου, οποιο κ αν ειναι αυτο.

Οι νεοι ηταν κι αυτοι τρομοκρατημενοι, καποιοι ομως φαινονταν να το διασκεδαζουν.
Καποιοι ηθελαν να δειχνουν ετσι, καποιοι αλλοι ηταν σε υπερενταση, τσιτωμενοι, διεγερμενοι.
Στοιχηματιζω οτι θα ηθελαν αρκετοι να βρεθουν φατσα καρτα με τον δολοφονο
(Ασχετα αν το μετανιωναν στη περιπτωση που πραγματοποιουταν αυτο)
Να τον εβλεπαν μπροστα τους, να ειχαν μετα μια ιστορια να διηγηθουν, πως επιβιωσαν,
πως τον νικησαν, ενα τροπαιο ηρωισμου, ενα κατορθωμα για να κοκκορευονται στους φιλους και στις κοπελες τους.

Ολα αυτα βεβαια, τη μερα. Γιατι, τη νυχτα, ελαχιστοι τολμουσαν να τριγυρισουν. Ειδικα με το που διαλυοταν η πολιτοφυλακη, ενα σιωπηρο πεπλο σκεπαζε τη γειτονια.
Μεσα σε αυτη τη σιωπη, μπορουσες να ακουσεις μεχρι το θροισμα των φυλλων απο τον ανεμο.
Η τα αιρ κοντισιον να δουλευουν στο φουλ.
Η τα παντζουρια να ανοιγοκλεινουν ακομα και σε ενα μακρυνο μπαλκονι.
Οπως καταλαβαινετε, η γειτονια πλεον ηταν εχθρικη προς τον οποιονδηποτε δε μιλουσε καλα Ελληνικα. Λογω τοποθεσιας, δεν εβλεπες πολλους ξενους στον δρομο. Πραγματικα, αν δεν εμενες εδω, δεν ειχες δουλεια εδω. Δεν ηταν σταυροδρομι, δεν ενωνε πολυσυχναστες συνοικιες,
σχεδον στην ακρη της πολης, ουτε ενα νοσοκομειο, ουτε μια καφετερια, ενα κλαμπ, μια δημοσια
υπηρεσια η ο,τιδηποτε που θα αναγκαζε καποιον να περασει απο εδω.
Δε νιωθαμε αποκομμενοι βεβαια απο την Αθηνα, ισα ισα που οι συγκοινωνιες ηταν σχετικα συχνες.

Απλα, αν δεν ησουν κατοικος, δεν υπηρχε λογος να περπατας τους δρομους αυτους.
Ετσι, καθε νεα παρουσια, τραβουσε τα βλεμματα, σχεδον οπως σε ενα επαρχιακο χωριο.
Ειδικα τωρα. Ειδικα αν εβλεπαν αλλοδαπο.
Ενα βραδυ η πολιτοφυλακη παραλιγο να λιντσαρει ενα μελαψο παιδι που συναντησε αργα τη νυχτα.
Καποιος ακουσε τη φασαρια και καλεσε την Αστυνομια. Αποδειχτηκε οτι ηταν μαθητης της Τριτης Λυκειου, που ειχε ερθει να δει καποιον φιλο του εδω.

Οι μονοι που ειχαν γλυτωσει απο την καχυποψια ηταν 3-4 οικογενειες Αλβανων που ζουσαν χρονια εδω. Αυτοι μαλιστα ανηκαν στα πιο δραστηρια μελη της πολιτοφυλακης, περιπολωντας σχεδον καθε μερα. Μαλλον ηθελαν να αποδειξουν οτι αυτη η γειτονια ηταν η νεα τους πατριδα.

Η ωρα ηταν τρεις και εγω γυρνουσα απο κατι που δε μπορουσα να αποφυγω. Ενας φιλος μου εχασε τους γονεις του σε τροχαιο δυστυχημα. Και η υπολοιπη παρεα, σε βαρδιες, δυο δυο, ενας ενας,
περνουσαμε τα βραδια κοντα του.
Τωρα που το σκεφτομαι οι βαρδιες μας ηταν κατι σα τις περιπολιες της πολιτοφυλακης, αλλα τα δικα μας κινητρα ηταν σαφως ευγενεστερα, υποκινουμενα απο τη Φιλια κ οχι τον Φοβο η την Εκδικηση.

Τωρα που το σκεφτομαι, πολλοι θανατοι ειχαν μαζευτει τελευταια εδω.

Καθως βγηκα απο το ταξι, καμια δεκαρια μετρα μακρυα απο το σπιτι μου


(Οπως σας ειπα, αρκετοι δρομοι ηταν τοσο στενοι ωστε να μη χωρας καν να βγεις απο το ταξι, παρα μονο στα σταυροδρομια που ενωνονται οι στενοι δρομοι)


ειδα καποιον να πλησιαζει προς το μερος μου.


Ταχυκαρδια και αγωνια, ενιωσα τους παλμους μου να ξεπερνανε κατα πολυ το κανονικο.
Κοιταξα γυρω στα μπαλκονια μπας και δω καποιο φως ανοιχτο.
Τιποτα. Πισσα και θανατερη σιωπη.
Τον εβλεπα να πλησιαζει και ενιωθα οτι δε πρεπει να διστασω. Η εκεινος η εγω.
Οταν φτασαμε διπλα διπλα, εβγαλα τον σουγια κι αστραπιαια, του εκοψα το λαρυγγι.
Δε προλαβε καν να βγαλει αχνα, οπως και οι υπολοιποι αλλωστε.
Δεν ειχα σκοπο να το ξανακανω τοσο γρηγορα, αλλα ηταν ευκαιρια..Ειπαμε, πουθενα φως σε κανενα
μπαλκονι, κριμα ηταν να αφησω τη συγκυρια ανεκμεταλλευτη.
Η καρδια επανερχοταν σιγα σιγα στους κανονικους της ρυθμους.
Καθε φορα, η ιδια ανατριχιλα, εξαψη και ταχυκαρδια. Δε μπορω να το περιγραψω, πρεπει να το ζησετε για να με καταλαβετε.
Την ιδια στιγμη ομως, αναγκαστηκα να ρισκαρω. Περπατησα λιγα μετρα παρακατω και πεταξα τον σουγια που ειχα παρει απο το Μοναστηρακι, σε εναν σκουπιδοτενεκε, βαθεια μεσα στις σακκουλες σκουπιδιων.
Αυτος ο φονος ειχε γινει λιγα μετρα απο το σπιτι μου..Ηξερα οτι αν δε μαθω να ελεγχω το νεο μου εαυτο, δε θα απεφευγα για πολυ καιρο ακομα τη συλληψη.
Ανεβηκα στο διαμερισμα, εκανα μικρα κομματακια κι εκαψα στη μπανιερα τα ρουχα που φορουσα, ερευνησα απο το μπαλκονι μπας και δω καποιο φως να αναβει, και υστερα κατεβηκα να πεταξω τα αποκαιδια.
Το πτωμα ηταν ακομα εκει.. και παλι θα υπηρχε dna μου πανω του..
Πρεπει να μαθω να το ελεγχω..δεν αποκλειω αυριο να εμφανιστουν μπατσοι στο διαμερισμα και να αρχισουν τις ερωτησεις..ισως θα ηταν καλο να εξαφανιστω για καμια εβδομαδα..ειχα καιρο να δω και τους γονεις μου..Τα μαθηματα στην Ιατρικη μπορουσαν να περιμενουν.

Πολλοι θανατοι ειχαν μαζευτει εδω τελευταια..
Κι εγω, ημουν υπευθυνος για τους περισσοτερους.


Δευτέρα 13 Ιουνίου 2011

ΤΟ ΔΑΙΜΟΝΙΚΟΤΕΡΟ ΛΕΥΚΟ

Δεν ειχα βρεθει εκει με τη θεληση μου. Θυμαμαι οτι περπατουσα μεσα στο δασος και ξαφνικα συνειδητοποιησα οτι ειχα χαθει..Θυμαμαι οτι με τραβηξαν οι ψαλμωδιες και οι παραξενοι θορυβοι,
αλλα δε μπορω να θυμηθω περισσοτερα, ουτε τι δουλεια ειχα σε αυτο το δασος, ουτε εκεινους που ειχαμε ερθει εδω μαζι.
Κρυμμενος μεσα στις φυλλωσιες, παρακολουθουσα μια Λιτανεια. Δε ξερω πως αλλιως να  χαρακτηρισω αυτο που εβλεπα. Ντυμενοι ομοιομορφα με λευκες κελεμπιες, δεκα με 15 φιγουρες ειχαν σχηματισει εναν κυκλο. Και βαδιζαν στη νοητη διαμετρο αυτου του κυκλου,
βημα αργο κι ασταματητο,
ψελνοντας η μουρμουριζοντας ακαταλαβιστικα.
(Διαισθανθηκα πως η αγωνια μου θα ηταν ακομα μεγαλυτερη αν καταλαβαινα τη γλωσσα τους)
Ηταν ντυμενοι στα λευκα, αλλα αποτελουσε το δαιμονικοτερο Λευκο που ειχα δει ποτε.
Ενα αρρωστο λευκο, που θαρρεις οτι φωσφοριζε, στελνοντας θλιβερα μηνυματα στο φεγγαρι
(Η μπορει  να ηταν εκεινο που αντανακλουσε τη θλιψη του φεγγαριου)

Σταδιακα, φλογες δυναμωναν απο κρυμμενους βωμους.
Και δε θα μου προξενουσε το θεαμα αυτο την ιδια αγωνια, αν δεν ειχα δει κι ακουσει καθαρα
το κλαμα ενος μωρου.
Ημουν σε μια υπερυψωμενη τοποθεσια κι εβλεπα καθαρα μεσα σε αυτο το ξεφωτο.
Μια σκουροχρωμη κουνια στη μεση αυτου του λευκου κυκλου
κι ενα μωρο να κλαιει. Οχι πολυ εντονα, ουτε σπαρακτικα,
κλαμα απαλο,σα να ακουγεται απο πολυ μακρυα,
ομως το οτι ηταν απαλο, καθολου δε μειωνε τη φρικη.
Γιατι βρισκοταν αυτο το μωρο εκει, στη μεση του κυκλου; Στη μεση του πουθενα;
Απο ποια Μητερα το αρπαξαν; Κι αν δεν απηχθη, τι ειδους Μητερα μπορεσε να προσφερει
το μωρο της σε αυτους;

Οι λευκες κελεμπιες σταματησαν να περπατανε, και σχεδον με στρατιωτικο ρυθμο, εστρεψαν
το βλεμμα ταυτοχρονα στο κεντρο αυτου του κυκλου...
....εστρεψαν το βλεμμα τους στο βρεφος.
Εμειναν ακινητοι..ναζι συνοδοι στο Αουσβιτς, επικινδυνοι παραφρονες που μπορεσαν να συνεννοηθουν για να φτιαξουν μιαν Αιρεση..Ηταν σιγουρα Αιρεση γιατι ηταν σιγουρο οτι ολοι αυτοι πιστευαν σε ιδιο Θεο..και τη συνεχεια αυτης της σκεψης δε θελω να τη κανω.

Επειτα κινηθηκαν ολοι μαζι προς το βρεφος, το οποι, σα να τους καταλαβε,
αρχισε να κλαιει εντονοτερα.
Δε θα ντραπω εδω να το πω: Η πρωτη μου σκεψη ηταν να τρεξω τοσο δυνατα ωστε να παρουν φωτια τα ποδια μου, να φυγω απο αυτο το αποκοσμο ξεφωτο, εγκαταλειποντας το βρεφος στο ελεος αυτων των τερατων.
(Πιστεψτε με, ηταν μια απο τις φορες που δεν αξιζει στη δειλια περιφρονηση, αλλα κατανοηση)

Ειχα δει τοσους εφιαλτες στη ζωη μου μα δε περιμενα ποτε οτι θα βιωσω τον φρικτοτερο απο αυτους ζωντανο. Δεν ηξερα εκεινη τη στιγμη οτι ο εφιαλτης μου δεν ειχε καν φτασει στο αποκορυφωμα του
.
Σκεφτομενος το παιδι που δεν εχω, δεν αντεξα τελικα να αφησω ανυπερασπιστο το βρεφος.
Μαζεψα ολον τον φοβο μου και τον εκανα ορμη. Μαζεψα τον εφιαλτη αυτον πλαι στη ζωη που ειχε μολις γεννηθει και τον συρρικνωσα τοσο πολυ ωστε να μη του επιτρεψω να μολυνει αλλο ετουτη τη νυχτα.
Ετρεξα σπαζοντας τον ανιερο κυκλο και κατευθυνθηκα προς το μωρο. Οι λευκες κελεμπιες
ηταν θολες στα ματια μου, δεν ειχα χρονο, ουτε ηταν η στιγμη καταλληλη ωστε να ζυγισω τις αντιδρασεις τους.
Ομως, στα κλασματα δευτερολεπτου που μεσολαβησαν μεχρι να φτασω στο βρεφος, αντιληφθηκα
οτι παρεμεναν ακινητες, λες και δεν αιφνιδιαστηκαν καθολου απο την εισβολη μου..

...λες και με περιμεναν.

Το φεγγαρι ελαμψε ακομα δαιμονικοτερα οταν πηρα στα χερια μου το βρεφος,
το φεγγαρι, οι λευκες κελεμπιες
ισως ολα μαζι, ισως δε ξερω τιποτα τωρα,
ισως ηταν μια παγιδα απο την αρχη,
ισως η μονη περιπτωση να κρατησω τα λογικα μου ειναι να πεισω τον εαυτο μου οτι αυτο που ειδα εκεινο το βραδυ, δεν ηταν παρα ενας εφιαλτης,
ισως και παλι, δε μπορω να αποφυγω την επελαυνουσα καταρρευση διοτι, ακομα κι αν ηταν ετσι,
τι σοι αρρωστο μυαλο επλασε αυτες τις εικονες;

Ισως δε θα ξεχασω ποτε τι συνεβη τη στιγμη που κρατησα στα χερια μου το μωρο,
ισως δε θα ξεχασω ποτε οτι σταματησε αποτομα να κλαιει,
ισως δε θα ξεχασω ποτε τον τροπο που με κοιταξε λες και δεν ηταν μωρο,
(λες και δεν ηταν νυχτα...λες και δεν ηταν κοσμος),
ισως ακομα και να μπορουσα να κρατησω τα λογικα μου, αν αυτη η σκηνη, το ονειρο η πραγματικοτητα,
εληγε εκει
και δεν εβλεπα ποτε το χαμογελο αυτου του πλασματος, χαμογελο πονηρο, χαμογελο απεριγραπτο,
χαμογελο που τρυπωνε μες στη ψυχη και σου θυμιζε οτι, οσα θαυματα κι αν κατορθωσει ο Ανθρωπος, οσα Μυστηρια κι να εξηγησει, οσους γριφους και να διαλευκανει,
ποτε του δε θα μπορεσει να ξεφυγει απο ενα καταραμενο δασος που βρεθηκε ξαφνικα στον δρομο του, απο ενα καταραμενο δασος που ισως να επιλεγει καποιους απο την αρχη της ζωης τους
και τους καλει εδω,

ενα καταραμενο δασος,
καποιες καταραμενες  φιγουρες..

κ ενα πλασμα..που το χαμογελο του με εκανε απο τοτε να προσμενω τον θανατο
μηπως και λυτρωθω.

Τετάρτη 8 Ιουνίου 2011

Ο ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ ΤΗΣ ΓΕΙΤΟΝΙΑΣ

H γειτονια ηταν πανικοβλημενη. Το εβλεπες στα ματια τους, απο τον ψιλικατζη και τον περιπτερα μεχρι τη φουρναρισσα και ολους οσους τυχαινε να συναντησεις στον δρομο. Αναστατωση και φοβος.
Ο καθενας πια σε ζυγιζε προσεκτικα, δε περνουσε απαρατηρητος κανεις. Μια μειξη καχυποψιας αλλα και ενος αδιορατου ενθουσιασμου. Ναι, ενθουσιασμο θα το χαρακτηριζα. Υπηρχε τωρα κατι που μας ενωνει. Μια νεα συλλογικοτητα. Επρεπε να ειμαστε αλληλεγγυοι.
Με τη παραμικρη φωνη, οφειλαμε να τρεξουμε να δουμε τι εγινε, να ενδιαφερθουμε.

Αλλωστε, αυτο που μας ειχε συμβει, το βλεπαμε μονο στις ταινιες.

Τρεις φονοι, ιδιοι κι απαραλλακτοι, ο ενας με τον αλλον. Δεν ηταν γνωστες οι λεπτομερειες στον κοσμο, παντως τρεις ανθρωποι βρεθηκαν στη μεση του δρομου η εξω απο τα σπιτια τους,
με κομμενο το λαρυγγι. Δε προλαβαν καν να φωναξουν.
Ο δολοφονος ηξερε τι εκανε και που εκοβε.
Δυο αντρες και μια γυναικα. Ο δολοφονος δεν εκανε διακρισεις στο φυλο.
Βλεπαμε περιπολικα συχνοτερα απο ποτε. Ομως, λες και ειχε διαλεξει προσεκτικα το μερος,
η γειτονια μας δε βολευε για περιπολια. Στενοι δρομοι, παντου παρκαρισμενα αμαξια,
ισα ισα που χωραγες να περασεις εποχουμενος.
Ανηφορια και ρυμοτομικα εγκληματα. Μπορουσες να σφαξεις τον οποιονδηποτε με το περιπολικο να βρισκεται λιγο μετρα μακρυα σου, και να μη γινεις αντιληπτος λογω των στενων και των πολυ μικρων για Αθηνα δρομων.
(Αλλωστε, το πιθανολογουσαν ολοι οτι ο δολοφονος ηταν γειτονας τους. Εβγαινε να κανει ο,τι εκανε
και μετα χωνοταν σπιτι του, ικανοποιημενος απο το αρρωστημενο "εργο" του)

Δεν αργησαν να δημιουργηθουν και μοναδες πολιτοφυλακης. Ανθρωποι, κυριως μεσηλικες
και οικογενειαρχες, περιπολουσαν, εφτα εφτα, οχτω οχτω, απο την ωρα που επεφτε ο ηλιος μεχρι
τις 2 με 3 το πρωι. Φακοι, σφυριχτρες, μαλιστα αρκετοι βγαλανε  αδεια οπλοφοριας και φεραν πανω τους καποιο οπλο. Ευκολο δεν ειναι, αλλα ακομα και σημερα, αν πληρωσεις καλα τους σωστους ανθρωπους, δεν υπαρχει περιπτωση να μην εξυπηρετηθει το αιτημα σου, οποιο κ αν ειναι αυτο.

Οι νεοι ηταν κι αυτοι τρομοκρατημενοι, καποιοι ομως φαινονταν να το διασκεδαζουν.
Καποιοι ηθελαν να δειχνουν ετσι, καποιοι αλλοι ηταν σε υπερενταση, τσιτωμενοι, διεγερμενοι.
Στοιχηματιζω οτι θα ηθελαν αρκετοι να βρεθουν φατσα καρτα με τον δολοφονο
(Ασχετα αν το μετανιωναν στη περιπτωση που πραγματοποιουταν αυτο)
Να τον εβλεπαν μπροστα τους, να ειχαν μετα μια ιστορια να διηγηθουν, πως επιβιωσαν,
πως τον νικησαν, ενα τροπαιο ηρωισμου, ενα κατορθωμα για να κοκορευονται στους φιλους και στις κοπελες τους.

Ολα αυτα βεβαια, τη μερα. Γιατι, τη νυχτα, ελαχιστοι τολμουσαν να τριγυρισουν. Ειδικα με το που διαλυοταν η πολιτοφυλακη, ενα σιωπηρο πεπλο σκεπαζε τη γειτονια.
Μεσα σε αυτη τη σιωπη, μπορουσες να ακουσεις μεχρι το θροισμα των φυλλων απο τον ανεμο.
Η τα αιρ κοντισιον να δουλευουν στο φουλ.
Η τα παντζουρια να ανοιγοκλεινουν ακομα και σε ενα μακρυνο μπαλκονι.
Οπως καταλαβαινετε, η γειτονια πλεον ηταν εχθρικη προς τον οποιονδηποτε δε μιλουσε καλα Ελληνικα. Λογω τοποθεσιας, δεν εβλεπες πολλους ξενους στον δρομο. Πραγματικα, αν δεν εμενες εδω, δεν ειχες δουλεια εδω. Δεν ηταν σταυροδρομι, δεν ενωνε πολυσυχναστες συνοικιες,
σχεδον στην ακρη της πολης, ουτε ενα νοσοκομειο, ουτε μια καφετερια, ενα κλαμπ, μια δημοσια
υπηρεσια η ο,τιδηποτε που θα αναγκαζε καποιον να περασει απο εδω.
Δε νιωθαμε αποκομμενοι βεβαια απο την Αθηνα, ισα ισα που οι συγκοινωνιες ηταν σχετικα συχνες.

Απλα, αν δεν ησουν κατοικος, δεν υπηρχε λογος να περπατας τους δρομους αυτους.
Ετσι, καθε νεα παρουσια, τραβουσε τα βλεμματα, σχεδον οπως σε ενα επαρχιακο χωριο.
Ειδικα τωρα. Ειδικα αν εβλεπαν αλλοδαπο.
Ενα βραδυ η πολιτοφυλακη παραλιγο να λιντσαρει ενα μελαψο παιδι που συναντησε αργα τη νυχτα.
Καποιος ακουσε τη φασαρια και καλεσε την Αστυνομια. Αποδειχτηκε οτι ηταν μαθητης της Τριτης Λυκειου, που ειχε ερθει να δει καποιον φιλο του εδω.

Οι μονοι που ειχαν γλυτωσει απο την καχυποψια ηταν 3-4 οικογενειες Αλβανων που ζουσαν χρονια εδω. Αυτοι μαλιστα ανηκαν στα πιο δραστηρια μελη της πολιτοφυλακης, περιπολωντας σχεδον καθε μερα. Μαλλον ηθελαν να αποδειξουν οτι αυτη η γειτονια ηταν η νεα τους πατριδα.

Η ωρα ηταν τρεις και εγω γυρνουσα απο κατι που δε μπορουσα να αποφυγω. Ενας φιλος μου εχασε τους γονεις του σε τροχαιο δυστυχημα. Και η υπολοιπη παρεα, σε βαρδιες, δυο δυο, ενας ενας,
περνουσαμε τα βραδια κοντα του.
Τωρα που το σκεφτομαι οι βαρδιες μας ηταν κατι σα τις περιπολιες της πολιτοφυλακης, αλλα τα δικα μας κινητρα ηταν σαφως ευγενεστερα, υποκινουμενα απο τη Φιλια κ οχι τον Φοβο η την Εκδικηση.

Τωρα που το σκεφτομαι, πολλοι θανατοι ειχαν μαζευτει τελευταια εδω.

Καθως βγηκα απο το ταξι, καμια δεκαρια μετρα μακρυα απο το σπιτι μου
(Οπως σας ειπα, αρκετοι δρομοι ηταν τοσο στενοι ωστε να μη χωρας καν να βγεις απο το ταξι, παρα μονο στα σταυροδρομια που ενωνονται οι στενοι δρομοι)
ειδα καποιον να πλησιαζει προς το μερος μου.
Ταχυκαρδια και αγωνια, ενιωσα τους παλμους μου να ξεπερνανε κατα πολυ το κανονικο.
Κοιταξα γυρω στα μπαλκονια μπας και δω καποιο φως ανοιχτο.
Τιποτα. Πισσα και θανατερη σιωπη.
Τον εβλεπα να πλησιαζει και ενιωθα οτι δε πρεπει να διστασω. Η εκεινος η εγω.
Οταν φτασαμε διπλα διπλα, εβγαλα τον σουγια κι αστραπιαια, του εκοψα το λαρυγγι.
Δε προλαβε καν να βγαλει αχνα, οπως και οι υπολοιποι αλλωστε.
Δεν ειχα σκοπο να το ξανακανω τοσο γρηγορα, αλλα ηταν ευκαιρια..Ειπαμε, πουθενα φως σε κανενα
μπαλκονι, κριμα ηταν να αφησω τη συγκυρια ανεκμεταλλευτη.
Η καρδια επανερχοταν σιγα σιγα στους κανονικους της ρυθμους.
Καθε φορα, η ιδια ανατριχιλα, εξαψη και ταχυκαρδια. Δε μπορω να το περιγραψω, πρεπει να το ζησετε για να με καταλαβετε.
Την ιδια στιγμη ομως, αναγκαστηκα να ρισκαρω. Περπατησα λιγα μετρα παρακατω και πεταξα τον σουγια που ειχα παρει απο το Μοναστηρακι, σε εναν σκουπιδοτενεκε, βαθεια μεσα στις σακκουλες σκουπιδιων.
Αυτος ο φονος ειχε γινει λιγα μετρα απο το σπιτι μου..Ηξερα οτι αν δε μαθω να ελεγχω το νεο μου εαυτο, δε θα απεφευγα για πολυ καιρο ακομα τη συλληψη.
Ανεβηκα στο διαμερισμα, εκαψα στη μπανιερα τα ρουχα που φορουσα, ερευνησα απο το μπαλκονι μπας και δω καποιο φως να αναβει, και υστερα κατεβηκα να πεταξω τα αποκαιδια.
Το πτωμα ηταν ακομα εκει.. και παλι θα υπηρχε dna μου πανω του..
Πρεπει να μαθω να το ελεγχω..δεν αποκλειω αυριο να εμφανιστουν μπατσοι στο διαμερισμα και να αρχισουν τις ερωτησεις..ισως θα ηταν καλο να εξαφανιστω για καμια εβδομαδα..ειχα καιρο να δω και τους γονεις μου..Τα μαθηματα στην Ιατρικη μπορουσαν να περιμενουν.

Πολλοι θανατοι ειχαν μαζευτει εδω τελευταια..
Κι εγω, ημουν υπευθυνος για τους περισσοτερους.

Τρίτη 8 Μαρτίου 2011

ΜΙΑ ΚΑΤΑ ΛΑΘΟΣ ΣΩΤΗΡΙΑ

Δε καταλαβα αν αυτο που μας ενωνε,επαψε πια να μας ενωνει,η αν αυτο που μας ενωνε ηταν κ αυτο που μας χωρισε τωρα.
Διαλυμενοι απο τον χρονο,απο τις ματαιωμενες προσδοκιες μας και τον εαυτο μας,βρεθηκαμε πριν λιγο καιρο,γλειφοντας ο ενας τις πληγες του αλλου,σαν δυο τσακισμενα ζωα,διχως ιδιοκτητη,που θελησαν να αλληλοπνιξουν τη μοναξια τους.
Δε περιμενα να την ερωτευτω,ουτε αυτη περιμενε να την ερωτευτω εγω.Δεν ημασταν κ τοσο τσακισμενοι ωστε να αφησουμε τις αυταπατες μας να μας κυριευσουν ξανα,
καμια αυταπατη απο δω και περα,
βιωναμε ενα διαρκες Τελος του Κοσμου,ομως αποφασισαμε να τον γευτουμε μια τελευταια φορα,
κουρασμενοι και νικημενοι,
αλλα με τη λαχταρα της αισθησης του οτι ειμαστε ακομα,εστω για λιγο,ζωντανοι.
Κ οταν ημουν διπλα της,ενιωθα σιγουρα ζωντανος.
Οχι ακριβως υπνωτισμενος,ειπαμε,η μαγεια ειχε πια στερεψει.
Οχι ακριβως απελπισμενος,αλλα σιγουρα οχι κ πολυ μακρυα απο αυτο.
         Δεν ηταν ηλιος αλλα ουτε και συννεφια,
ηταν ενα αυγουστιατικο απογευμα που η ατμοσφαιρα φθινοπωριαζε,κι ομως,το καλοκαιρι δεν ειχε
ξεψυχησει ακομα.
      ----------------------------
Καμια φορα νιωθω κατι σα νοσταλγια..και μετα απορω με τον εαυτο μου που ακομα νομιζει οτι μπορει να νιωσει εστω το παραμικρο.
Δεν λεγεται νοσταλγια,ουτε ξερω πως λεγεται,ετσι κ αλλιως τα λογια επαψαν να εχουν σημασια εδω και καιρο.
Θυμαμαι πιτσιρικας καθε φορα την εκσταση που αισθανομουν αντικρυζοντας το προσωπο του ερωτα μου,αλλαζε αυτο το προσωπο συχνα,οσο περισσοτερο αισθανομουν,αλλο τοσο απογοητευομουν.
Τοτε το ενιωθα ψυχοφθορο κ οδυνηρο,με τιποτα δε μπορουσα να φανταστω πως καποτε θα μου ελειπε μεχρι κ αυτο.
Γιατι,ερχεται μια εποχη οπου οι ανθρωποι δε μπορουν πια να σε απογοητευσουν,αλλα αυτο μονο προνομιο δεν ειναι,μαλλον ειναι μια παρηγορια για το οτι εσυ ο ιδιος δεν μπορεις να αισθανθεις τιποτα πια.
Κι ομως,ηταν ομορφα μαζι της,οι τελευταιες μερες της Πομπηιας ηταν γεματες απο αγκαλιες,απο λυσσα κ απο πρωινα ξυπνηματα,οπου αγκαλιαζοντας τον τσακισμενο ερωτα σου,δεν επουλωνες τοσο τις πληγες του,οσο τις δικες σου.
Ηταν ομορφα κ ακομα δεν εχω καταλαβει καν ποιος απομακρυνθηκε πρωτος απτον αλλον,δεν εχω προλαβει να σκεφτω τιποτα απο ολα αυτα.
Ισως ηταν ενα διαλειμμα πριν τη καταιγιδα,ισως ηταν ο επιθανατιος σπασμος της καρδιας,ισως ηταν απλα το ενστικτο του τσακισμενου ζωου που,λιγο πριν σβησει,νιωθει το επερχομενο τελος του και αποσυρεται σε μια γωνια,περιμενοντας το Αναποφευκτο.

Ισως ηταν η ζεστη γωνια μου.
Ισως ηταν κατι πολυ παραπανω απο αυτο.
Ισως δεν αντεχω να ομολογησω στον εαυτο μου ποσο μου λειπει και προσπαθω απεγνωσμενα να μειωσω αυτο που ειχαμε,προφητευοντας εναν χαμο που δε βιαζεται να ρθει.

Ισως και να γιατρευτηκαμε,ισως τελικα τα χαδια δυο διαλυμενων ανθρωπων να επενεργουν λυτρωτικα,οταν καταφερνουν να διατηρησουν εστω λιγη απο την ειλικρινεια που τους εχει περισσεψει.
Κ ετσι,δεν ειχαμε πια αναγκη ο ενας τον αλλον,
μια κατα λαθος Σωτηρια,
ο απο μηχανης Θεος που ηρθε απο κει που δεν το περιμενεις,
ισως να συνεβη κατι απο ολα αυτα,ισως και τιποτα,
αραγε,ποιος να ξερει;
     ----------------------
Κλεινω τα ματια κ ειναι εκει,διπλα μου,να χαμογελα,
θλιμμενα αλλα ειλικρινα.
Ισως κ αυτη να με θυμαται οπως τη θυμαμαι εγω,
ισως κ οχι,
αραγε,ποιος να ξερει;

Πέμπτη 25 Νοεμβρίου 2010

"ΠΟΡΝΗ Η ΖΩΗ..ΚΑΙ ΟΣΟ ΜΕΓΑΛΩΝΟΥΜΕ,ΤΗΣ ΜΟΙΑΖΟΥΜΕ.."

Με τον Πετρο ημασταν χρονια φιλοι,απο πιτσιρικαδες,οταν γνωριστηκαμε στον συνδεσμο.Ολυμπιακοι και οι 2,ανησυχα παιδια και οι 2,θα μπορουσα να θυμηθω πολλα περιστατικα απο εκεινες τις ημερες,που κατα καποιο τροπο φανερωναν οτι θα καταντουσαμε οπως καταντησαμε.Αλλα αν εγω ειμαι το κλασικο παιδι της πιατσας που εχετε στο μυαλο σας,πιστεψτε με,ο Πετρος δεν εχει καμια σχεση με τη τυπικη εικονα ενος πρωτοπαλικαρου του Αφεντικου.
Ποιος ειναι το Αφεντικο;
Ενα-ενα,μη βιαζεστε.
Ο Πετρος λοιπον ηταν ενας τυπος απο αυτους που μπορουσες να εμπιστευτεις.Ειχε καλο ονομα στη πιατσα,οτι προλαβαινε το κακο προτου συμβει.Γυμνασμενος.12 χρονια kick-boxing.Ηταν πολυ καλος στο να απομακρυνει μεθυσμενες παρεες που εκαναν εκτροπα στα μαγαζια του Αφεντικου.Τους εβγαζε εξω σε χρονο dt.Oι θαμωνες εβλεπαν εναν τυπο (λες  κ περπαταει στον αερα),κουβαλωντας λιαρδες,αλλοτε απο τον σβερκο,σα γατα που κουβαλαει τα μικρα της,
αλλοτε κρατωντας τους πισθαγκωνα.
Και την επομενη μερα,ξυπνουσαν οι μεθυσμενοι,σχεδον αθικτοι.
Ηταν καλο παιδι ο Πετρος.
Ακομα δε μπορω να καταλαβω πως περασε την εφηβεια του με εναν τυπο σαν εμενα,ακομα δε μπορω να εξηγησω πως εχασε το δρονο του.
Το Αφεντικο ηταν ενας χοντρος και γλοιωδης τυπος,που ειχε νυχτερινα μαγαζια.Ετσι πανε φαινεται αυτα,την Εξουσια στη Νυχτα και τη Πολιτικη,την εχουν παντα κατι χοντροι και γλοιωδεις τυποι,σαν αυτον.Παντου ηταν ανακατεμενος.Μεχρο και με τη ποδοσφαιρικη ομαδα του Δημου ειχε μπλεχτει.Ολοι οι σκυλομαγαζαδες κ οι νταβαδες γουσταρουν το προεδριλικι,γουσταρουν να τους φωναζουν στον δρομο "ΓΕΙΑ ΣΟΥ ΠΡΟΕΔΡΕ"
Δεν ηταν καποιος τυχαιος.Στα μαγαζια του παρελαζαν ημι-γνωστα ονοματα,ειχε νταραβερια ακομα κ με πολιτευτες(αν κ ειχαν παψει να πηγαινουν τελευταια στα μαγαζια του)
Ο Πετρος δουλευε στα μαγαζια του.Ναι.Μπραβος ηταν.Αλλα οπως σας ειπα,μη περιμενετε καποιον τραμπουκο με ξυρισμενο κεφαλι.Ηταν ωραιο παλικαρι,ωραιος στο προσωπο,ωραιος και στη ψυχη.
                  -------------------------------
Πραγματικα,θα ηταν το ομορφοτερο ζευγαρι εκεινος κ η Μυρτω.
Ποια ειναι η Μυρτω;
Τον Πετρο,το Αφεντικο κ εμενα,μπορω να περιγραψω.Τη Μυρτω,οχι.Η Μυρτω ηταν ενα διαμαντι στη λασπη,οπως ο Πετρος,αλλα ελαμπε πολυ περισσοτερο,γιατι η λασπη περνουσε κ δε την αγγιζε.Εκανε δευτερα φωνητικα στις σκυλουδες του μαγαζιου,λογικα εκει θα εμενε,γιατι απο φωνη,για να ειμαστε ειλικρινεις.δεν ηταν κατιν ιδιαιτερο.Αντε να φτανε μεχρι να ανοιγει το προγραμμα.Ομως ειχε ενα προσωπο στο οποιο δε κουβαλουσε τιποτα πανω του απο οσα ειχε περασει.Εχω δει Αγγελους στη ζωη μου,αλλα συνηθως ειναι θαμποι,
εκει που κυκλοφορω εγω,τα προσωπα θαμπωνουν γρηγορα...
Αλλα το προσωπο αυτου του κοριτσιου ελαμπε οταν χαμογελουσε..και χαμογελουσε συχνα..Δεν ειμαι καλος στη περιγραφη των προσωπων.Ειχε σγουρα μακρυα μαυρα μαλλια,μπλε ματια κ καταλευκο δερμα,αλλα κ παλι,δε νομιζω οτι καταλαβατε πολλα.
Οταν βρισκομασταν στο μαγαζι οι 3 μας,εβλεπα τη ζωη με αλλο ματι,λιγοτερο μιζερη κ χαραμισμενη.Δε ξερω τι ειναι ερωτας για να σας πω αν ημουν ερωτευμενος με τη Μυρτω.Παντως δεν υπηρχε περιπτωση να μιλησεις μαζι της πανω απο ενα λεπτο κ να μη νιωσεις τη καρδια σου να χτυπαει σα ταμπουρλο.
Την Ομορφια,οι περισσοτεροι την εκτιμουν.Καποιοι αλλοι,με μεγαλυτερη αυτοπεποιθηση,θελουν κ να τη γευτουνε.
Υπαρχει δυστυχως και μια τριτη κατηγορια ανθρωπων..εκεινοι που θελουν να τη Βεβηλωσουν..
              -----------------------------------
Τον συγκεκριμενο,τον φωναζαμε Κεφαλα.Ηταν ενας τυπος που ψηφιζοταν επι χρονια στο Δημοτικο Συμβουλιο,ο,τι γινοταν στον Δημο,ειχε την εγκριση του.Κινουσε τα νηματα της πολης,Νυχτα κ Μερα,κ ειχε νταραβερια με το Αφεντικο,ο ενας χρειαζοταν τον αλλον.Το Αφεντικο ηθελε μια ακρη με τους τοπικους αρχοντες,ο Κεφαλας ηταν απο αυτους που λεμε βιτσιοζους.Πρωτο τραπεζι πιστα,αν πληρωνε τα ουισκυ κ τα γαρυφαλλα που πεταγε στη πιστα,θα επρεπε να δουλευει επι 10 ζωες.Αλλα,δε χρειαζοταν.Το Αφεντικο επωφελουταν πολυ περισσοτερο απο τις εξυπηρετησεις του.
Στο δουναι κ λαβειν τους,συμπεριλαμβανοταν που κ που καμια κοπελα.Απο ενα στριπτητζαδικο του Αφεντικου.
Ο Κεφαλας ειχε ομως ενα κακο συνηθειο.Δε τις παρεδιδε οπως τις επαιρνε.
Το βιτσιο του,οπως σας ανεφερα,ηταν να τις χτυπαει.Συνηθως δεν αφηνε σημαδια,θυμαμαι ομως μια πορνη,την οποια ειχε κανει μαυρο στο ξυλο.
Μικρα εγκληματα μεταξυ φιλων.Με ενα Συγγνωμη στο Αφεντικο,καθαρισε.Αν το ειχε κανει οποιοσδηποτε αλλος αυτο,αν ειχε χαλασει δηλαδη προσωρινα το εμπορευμα του Αφεντικου,δε νομιζω οτι θα ειχαμε ξανακουσει νεα του..Τσιμεντωμενο θα τον βρισκαμε.
                  -------------------------
Και ηλθε εκεινη η μοιραια στιγμη που ο Κεφαλας ζητησε απτο Αφεντικο για ενα βραδυ,τη Μυρτω.Θυμαμαι οτι ημασταν στο σπιτι του Πετρου,οι 3 μας.Χαζολογουσαμε,τρωγαμε και βλεπαμε τηλεοραση.Οταν ακουστηκε το κινητο,κανεις δε μπορουσε να φανταστει τι θα επακολουθουσε.Το Αφεντικο εδωσε εντολη στον Πετρο να συνοδεψει τη Μυρτω μεχρι το ξενοδοχειο,σε ενα δωματιο οπου θα τη περιμενε ο Κεφαλας.
Η Μυρτω δεν ηταν πορνη ουτε χορευτρια στο στριπτητζαδικο του Αφεντικου.
Μια τραγουδαρια ηταν,για οσους την εβλεπαν να τραγουδαει,σε ενα πτα σκυλαδικα του.
Ομως ηταν αναγκασμενη να κανει το χατηρι του Αφεντικου..Δυσκολοι οι καιροι..
Δυσκολο κ το Αφεντικο..πως να πεις οχι σε εναν τετοιον ανθρωπο;
Κ ομως,ο Πετρος το προσπαθησε.Τον ακουσα να λεει στο Αφεντικο,"Οχι,δε πρεπει να του τη παμε,θα τη πειραξει ο καριολης"..Το τι μπινελικια ακουστηκαν απο το Αφεντικο,δε μπορειτε να φανταστειτε.Δεν ειχα ξανακουσει ανθρωπο να βριζει ετσι..κ θυμηθειτε οτι μικρος ημουν στους οργανωμενους του Θρυλου!
Ο Πετρος αλλαξε χιλια χρωματα.Οι εκφρασεις του προσωπου του...ενω η Μυρτω,παρεμεινε αταραχη.Η γλυκα δεν ειχε φυγει απο το προσωπο της,λες κ το βραδυ με τον Κεφαλα,θα το περνουσε αλλη κ οχι αυτη.
"Δε πειραζει" ειπε στο νικημενο Πετρο."Θα παω.Τι θα μου κανει;Αλλωστε οταν ηλθα στη Αθηνα,το περιμενα οτι καποτε θα συμβει κ αυτο.Μη στεναχωριεστε παιδια..
........Πουτανα η ζωη,κ οσο μεγαλωνουμε,της μοιαζουμε......."
"Κ οσο μεγαλωνουμε,της μοιαζουμε..".Τα σκληρα της λογια  δε ταιριαζαν με το προσωπο της.Αυτο με τσακισε ακομη περισσοτερο.Ηθελα να τη κανω να ξεχαστει..εκανα χαζομαρες..Της ειπα να παιξουμε μπραντεφερ..Βαλε κ τα 2 χερια εσυ.Παμε.Κοιτα τη Πετρο,ποσο δυνατη ειναι!Μυρτω,κοκκινισες!Κ εσυ σφιγγεσαι,μου φαινεται,Της πονεσαν τα χερια κ σταματησαμε.Σηκωθηκε κ μου εδωσε ενα φιλι στο μαγουλο.Ετρεξα στη τουαλετα για να μη δει οτι βουρκωσα.
Γιατι να συμβαινουν στους ανθρωπους αυτα τα πραγματα;
Η Μυρτω αρχισε να ετοιμαζεται.Ο Πετρος ειχε πετρωσει.Μαλον ηταν εκεινη η στιγμη που καταλαβε ποσο νοιαζοταν για αυτην.Εγω,το γνωριζα απο καιρο.Και για αυτον και για μενα.Αν ποτε τα φτιαχνανε,η χαρα μου θα ηταν μεγαλυτερη αο τη λυπη μου.Θα ηταν γλυκια μελαγχολια,θα ηταν κ ανακουφιση που η Μυρτω βρηκε αυτον τον ανθρωπο για να τη προστατευει κ να την αγαπα.
Ομως τωρα κανεις δε μπορουσε να τη προστατευσει απο το Αφεντικο κ τους φιλους του.
"Τι θα μου κανει αλλωστε;Σιγα,ολα καλα θα πανε"
              --------------------------
Τα γεγοντα που επακολουθησαν θα τα αναφερω τηλεγραφικα.Ο Πετρος παρελαβε τη Μυρτω τουλουμιασμενη στο ξυλο.Ανεβηκε αμεσως λυσσασμενος στο δωματιο και χτυπησε τον Κεφαλα τοσο ασχημα ωστε η παραμονη του παντου στην Αττικη να μοιαζει αυτοκτονικη.Γυρισε σπιτι,εγω περιποιουμουν τη Μυρτω.Μαζεψε τα πραγματα του.Μου ειπε τρεμοντας να αλλαξουμε ζωη.Να ξεφυγουμε απτον βοθρο.Τωρα ηταν η ευκαιρια.Οπου κ αν πηγαινε,το Αφεντικο μπορει να τον εβρισκε,για αυτο επρεπε να χωρισουνε οι δρομοι μας,εστω προσωρινα.Παρε τη Μυρτω κ εξαφανιστειτε.Κ αν ολα πανε καλα,θα ερθω να σας βρω.Πηγαινετε στη Κεφαλλονια,εχω ενα παλιοφιλο εκει,που δεν εχει παρεδωσε με κανεναν απο δω.Παρε τη Μυρτω,να τη προσεχεις.Θα σε προσεχει κ αυτη.Ολα θα πανε καλα κ θα ερθω σε λιγους μηνες να σας βρω.
    ---------------------------
2 μηνες περασαν απο τοτε.Και ειναι οι ομορφοτεροι μηνες στη ζωη μου.Η Μυρτω,οπως ηταν επομενο,δε κουβαλησε το παρελθον μαζι της.Ξεκινησαμε κατι καινουριο εδω.
Το μονο μου προβλημα ειναι οι ενοχες μου.
Ξερω οτι αν εμφανιστει ο Πετρος,θα τη κανει δικια του.Απ'την αρχη ανηκαν αλλωστε ο ενας στον αλλον.
Οχι,μη φανταστει κανεις οτι θελω να εχει παθει κατι ο φιλος κ αδελφος μου.Μακαρι να εχει ξεφυγει απο το Αφεντικο κ να ελθει συντομα να μας βρει.Καθε πρωι που ξυπνω,αυτο ευχομαι..
Απλα,λιγο ακομα,ας καθυστερησει,
λιγο ακομα..γιατι τις νυχτες στην αγκαλια της ανασταινομαι
και απο τα σκατα μεχρι τον Παραδεισο,για κανεναν η διαδρομη δεν ηταν συντομοτερη απο οτι σε μενα.

Παρασκευή 15 Οκτωβρίου 2010

"Η ΖΩΗ ΕΙΝΑΙ ΩΡΑΙΑ ΚΑΙ Η ΖΩΗ ΕΙΝΑΙ ΛΙΓΗ"

Η πιο επωδυνη σκεψη  τη στιγμη που σου ανακοινωνουν οτι δε σου απομενει πολυς χρονος ζωης ακομα,ειναι οι δικοι σου.Πως τους ανακοινωνεις κατι τετοιο;Πως να αντεξεις τη θλιψη στα προσωπα τους;
Εκεινοι που σε αγαπουν πραγματικα,πεθαινουν κ αυτοι μαζι σου.Δεν αντεχεται να εισαι αγγελιοφορος του ιδιου σου του θανατου.
Βγηκε εξω στο μπαλκονι του.Κ ολα του φανηκαν ομορφοτερα απο τη τελευταια φορα που ειχε αγνοια για το επικειμενο τελος.Ο θορυβος,το καυσαεριο,το μποτιλιαρισμα,οι δυσθυμοι διαβατες,τα αδεσποτα.Ολα φαινονταν ομορφα.Και ματαια.
Μα περισσοτερο απο μια ματαιη ομορφια,αυτο μπροστα του φανηκε μια ομορφη ματαιοτητα.Ηξερε οτι αυτα τα δυο ειχαν μεγαλη διαφορα,απλα δε μπορουσε τωρα να την οριοθετησει.
Περα απο την ομορφια-που μπορουσε τωρα να διακρινει πισω απο καθε τι-,
ενιωθε να πλημμυριζεται κ απο μια παραξενη σοφια.Λες κ τα κομματια του παζλ,επαιρναν σιγα σιγα τη θεση τους,σε αυτο το αλλοκοτο,πρωην ακατανοητο ψηφιδωτο,που λεγεται ζωη.
Δεν ηταν ακριβως σοφια,αν σοφια ειναι κατι που μεταδιδεται.Διοτι αυτο που ενιωθε,δε μπορουσε να το μεταδωσει με λογια.
Ταυτοχρονα ηταν σοφια,γιατι κατι μεσα του γαληνευε τις σκεψεις του,
κατι του απαντουσε στις ερωτησεις που χρονια κουβαλουσε,
κατι μεσα του καταπραυνε τον πονο
κ μια ανεξηγητη αισθηση πληροτητας ξεπροβαλλε- σα χερι θεικο- που του γαληνευε τη ψυχη.

Κ αυτη η γαληνη,δε μπορει να ηταν τιποτα αλλο παρα σοφια.

Απλα να μη πονεσει.Μονο αυτο ηθελε.Μεχρι την υστατη στιγμη,να μη πονεσει.
Η να εβρισκε απο καπου τη δυναμη να αντεχε τον πονο.

Κατεβηκε μεχρι το περιπτερο να παρει χυμους κ σοκολατες.Ενα ζευγαρι περπατουσε διπλα του.Τσακωνονταν εντονα.Δεν καταλαβε τον λογο του τσακωμου τους αλλα θυμωσε μαζι τους,θελησε να τους αρπαξει απο τον σβερκο κ να τους φωναξει μες στα αυτια τους
"ΠΑΨΤΕ ΝΑ ΜΑΛΩΝΕΤΕ ΗΛΙΘΙΟΙ!ΓΙΑ ΚΑΝΕΝΑΝ ΛΟΓΟ ΔΕΝ ΑΞΙΖΕΙ ΝΑ ΚΑΤΑΣΤΡΕΦΕΤΕ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΖΕΙΤΕ!ΑΠΟΛΑΥΣΤΕ ΤΗ ΖΩΗ ΓΙΑΤΙ Η ΖΩΗ ΕΙΝΑΙ ΩΡΑΙΑ Κ Η ΖΩΗ ΕΙΝΑΙ ΛΙΓΗ!"
Ειναι τραγικο το οτι ,η ζωη ειναι ωραια κ λιγη,δε μπορουμε να το αντιληφθουμε παρα μονο οταν συνειδητοποιουμε οτι η κλεψυδρα μας αδειασε.

Αλλα μια ακομα πιο τραγικη αληθεια ειναι οτι αυτη η αληθεια δε μπορει να μεταδοθει
Μπορει καποιος να μας αρπαξει στο δρομο φωναζοντας το μας δυνατα,αλλα κ παλι,θατο ξεχασουμε μεσα σε λιγα λεπτα,απο τη στιγμη που ειμαστε υγιεις.
Δε μπορει αυτο να αλλαξει.
Ετσι ειναι η ανθρωπινη φυση.
Οποτε,αγορασε τους χυμους κ τις σοκολατες,και επεστρεψε στο διαμερισμα του,διχως να παραδωσει μαθηματα ζωης σε κανεναν.

Αποφασισε ,οσο προλαβαινε, να ξαναεβλεπε τις αγαπημενες του ταινιες.Να ακουγε ξανα την αγαπημενη του μουσικη.Απο βιβλια,αποφασισε να διαβασει καινουρια,η αναγνωση παλιων διαβασμενων βιβλιων του εφερε μια πρωτοφανη καταθλιψη.
Οχι,δεν επρεπε να παθει κατι τετοιο.
Η καταθλιψη ειναι προνομιο των υγιων.Η,τουλαχιστον,των μη-ετοιμοθανατων.
Κ αυτος δεν ειχε πια αυτο το προνομιο.

Η λεξη "ετοιμοθανατος" ηχησε ασχημα στο νου του.
Και παρατηρησε οτι,υστερα απο καποιες αρχικες θετικες σκεψεις,οι αρνητικες παραμονευαν,για να γινουν χιονοστιβαδα κ να τον καταπλακωσουν,
Οχι,Δε θα το επετρεπε αυτο.
Τουλαχιστον οχι τωρα,πριν  ανακοινωνε τα δυσαρεστα στην οικογενεια του,στους φιλους του..κ σε εκεινη..
Επρεπε να παραμεινει δυνατος.
Για εκεινους.

Ο νεος του ρολος τον χαλυβδωσε.Τον ηρεμησε.
Και κοιμηθηκε το βραδυ αυτο σαν πουλάκι!Ειχε πολλα βραδια να κοιμηθει ετσι,πριν ακομα μαθει το ο,τιδηποτε.
Την επομενη μερα,πηγαινοντας προς τη σταση λεωφορειου,ειδε ξανα το ιδιο ζευγαρι να περπαταει πιασμενοι χερι-χερι,με ενα αδιορατο χαμογελο σχηματισμενο στις ψυχες τους.
"Η ΖΩΗ ΕΙΝΑΙ ΩΡΑΙΑ ΚΑΙ Η ΖΩΗ ΕΙΝΑΙ ΛΙΓΗ"
Βγηκαν απο το στομα του τα παραπανω λογια,πριν προλαβει να τα ,μαζεψει,σχεδον απο μονα τους.
Ντραπηκε.
Το ζευγαρι σαστισε κ αυτο.
Μα καθως απομακρυνοταν,η γυναικα γυρισε κ του αποκριθηκε
"Να σαι καλα"
Κ εκεινη τη στιγμη,ενιωσε ομορφα ξανα.Η αποστολη που ειχε αναλαβει
(να παραμεινει δυνατος για χατηρι των ανθρωπων γυρω του)
μολις ειχε ξεκινησει






ΜΗ ΜΠΕΡΔΕΥΤΕΙ ΚΑΝΕΙΣ!ΤΟ ΠΑΡΑΠΑΝΩ ΕΙΝΑΙ ΑΠΛΩΣ ΕΝΑ ΔΙΗΓΗΜΑ!

Δευτέρα 13 Σεπτεμβρίου 2010

Η ΓΚΙΛΟΤΙΝΑ ΤΗΣ ΦΑΛΛΙΚΗΣ ΤΟΥ ΕΞΕΓΕΡΣΗΣ

Ξεφυλλισε το ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ.Στις σελιδες των κοσμικων,φωτογραφιες εφοπλιστων μαζι με τα κερινα προσωπα των μποτοξινωμενων γυναικων τους.Διαολε,δεν ειναι δικαιο αυτο,σκεφτηκε.Δεν ειναι δικαιη αυτη η ανισοτητα.Εγω να κοπανιεμαι στη δουλεια κ να μη μου μενει φραγκο ουτε καν για κινηματογραφο κ αυτοι να ζουνε μες στα σκαφη κ τη χλιδη.

Στη δικια μου Ιδεατη Κοινωνια,σκεφτηκε,θα τους κρεμουσαν αναποδα,θα τους αποκεφαλιζαν στο Συνταγμα για την Υβρη απεναντι στην Υπαρξη.Πλαι στους πολιτικους.Θα δημευαμε τη περιουσια τους,Ισοτητα προ της Ελευθεριας,πρεπει το μοτο να αναστραφει.

Σε αλλες σελιδες της ιδιας εφημεριδας (την οποια αγοραζε μονο για τα καλα dvd που χαριζε και οχι για την αρθρογραφια της),χαζεψε ενα αφιερωμα στα μεσημεριαναδικα.Εδω ο κοσμος χανεται μαλακισμενες κ εσεις τον ταιζετε ρεπορταζ για το ποιος γαμαει ποιον στη showbiz.

Στη δικια μου Ιδεατη Κοινωνια,σκεφτηκε,θα τις εκτελουσα κ αυτες στο Συνταγμα.Για τη χαμηλη ποιοτικη σταθμη,για το αποπροσανατολιστικο στιγμιαιο ανακουφισμα του λαου απο τις σκοτουρες του.Ειναι ολα στημενα.Επιτηδες ταιζουν τον λαο σκουπιδια.Για να τα συνηθισει,να μαθει να θρεφεται απο αυτα.Πια τα σκουπιδια του εγιναν αναγκη κ συνηθεια.Κ ολα τα υπολοιπα  τα ξεχνα.
Στο Συνταγμα κ αυτες!

Με τα νευρα του τεντωμενα,θυμηθηκε εναν συναδελφο του,εναν αρχιμαλακα με τον οποιον αποφευγει πια να πιασει κουβεντα,για να μη πλακωθουνε.Αυτος ο αρχιμαλακας,ενω ανηκανε στην ιδια κοινωνικη ταξη,εβγαζε κηρυγματα υπερ του ΔΝΤ."ΡΕ ΜΟΝΟ ΜΕ ΤΟ ΜΑΣΤΙΓΙΟ ΓΙΝΕΤΑΙ ΑΝΘΡΩΠΟΣ Ο ΕΛΛΗΝΑΣ" φωναζε μες στο αυτι του."ΝΑ ΕΡΘΟΥΝ ΕΔΩ ΓΕΡΜΑΝΟΙ Κ ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΙ ΝΑ ΜΑΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΟΥΝ ΡΕ,ΕΙΜΑΣΤΕ ΛΑΜΟΓΙΑ ΕΜΕΙΣ,ΔΕ ΚΑΝΟΥΜΕ"
Τη τελευταια φορα,ειχε αποκαλεσει τον ξενοδουλο συναδελφο του Αρτεμη Ματσα.Κ εν συνεχεια,Νενεκο.
Στο "ΝΕΝΕΚΟ" ο συναδελφος του θυμωσε.Κ απο τοτε κοψαν τις κουβεντες.
Αναρωτηθηκε πως ειναι δυνατον να υπαρχουν ανθρωποι που χαψαν αυτο το παραμυθι.Οτι ειμαστε δηλαδη ενα εθνος απατεωνων.Μα κ αυτο να αντικατοπτριζε ενα μερος της αληθειας,ποιος ηταν αυτος αραγε που μας ειχε γαλουχησει σε αυτη τη νοοτροπια;Ποιος μας εθισε στην αντιληψη οτι μονο με απατεωνιες μπορεις να επιβιωσεις;Κ στη τελικη,το ιδιο ευθυνονται οι μικροαπατεωνες με τους γκανγκστερ;
Κ πως ειναι δυνατον τωρα να αποκαλουμε φθονεροχαρουμενα ο ενας τον αλλον απατεωνα,ενω οι πραγματικοι απατεωνες μενουν ατιμωρητοι;Φταιμε εμεις για τα εγκληματα τους;οκ,τους ψηφισαμε,οκ ολο κ καπου μικροεπωφεληθηκαμε.
Αλλα,τετοιο χαλι, πως μπορουσαμε να το φανταστουμε;Διαολε,αν το ξεραμε οτι θα καταντησουμε ετσι,δε θα τους ψηφιζαμε.
Διαολε,ποσο μαλακες ηταν αυτοι σα το συναδελφο του,που χαιρονταν με τη φτωχεια που γιγαντωνοταν,κ πανηγυριζαν χαιρεκακα για τη δυστυχια των διπλανων τους;

Στην Ιδεατη μου Κοινωνια,σκεφτηκε,θα τους αποκεφαλιζα κ αυτους στο Συνταγμα.Να ξεβρωμισει ο τοπος απ'τους ραγιαδες.Να χτιζαμε κατι καινουριο,πλαι σε ανθρωπους με αυτοσεβασμο κ αντιληψη.
ΔΕ ΤΟΥΣ ΘΕΛΩ ΔΙΠΛΑ ΜΟΥ

Κ εκεινη τη στιγμη,το Μισος τον πλημμυρισε κ μεταμορφωθηκε σε κατι Καινουριο.Δαιμονικη ενεργεια αναβλυζε απο τους πορους του δερματος του.Ενιωσε Καινουριος.Ενιωσε δυνατος.Ειδε τον ευατο του κατι σαν Τραβις Μπηκλ,στη ταινια του Σκορτσεζε,"ΤΑΞΙΤΖΗΣ",τα παθη του ιδεολογικοποιηθηκαν,ενας Σταυροφορος του Καλου.
Το Μισος απλωθηκε σα πανοπλια,εφαρμοσε αψογα στο σωμα του,ηταν πια προστατευμενος.
Και ειχε καιρο να νιωσει ετσι.
Μια γευση μεταλλικη κ περιεργη στο στομα του,σα να προοιωνιζε τα μελλοντικα του κατορθωματα.
Κανενα παπουτσι που προσγειωνεται στις φατσες Πρωθυπουργων,δεν εξαντλουσε την οργη του,ηθελε κατι παραπανω.

Διαρκως το Συνταγμα γεμιζε με παναθλιους που επρεπε να τιμωρηθουν.
Διαρκως στην Ιδεατη του Κοινωνια φερναν γκιλοτινες με κοντεηνερ,γιατι οι παλιες στομωναν απο τη χρηση,
διαρκως τα κεφαλια επεφταν,διαρκως η πανοπλια του Μισους χαλυβδωνοταν,φοροφυγαδες,μεγαλογιατροι,σαπιοι κοιλιοδουλοι βιομηχανοι,τελωνειακοι,
τωρα στα οραματα του συμμετειχαν κ οι ανθρωποι της τηλεορασης,σιγουρα τα κεφαλια τους επρεπε να βρεθουν κ αυτα στις γκιλοτινες,
ομως ειχαν αραγε τοσο αδικο σε αυτα που λεγανε;
Φορτηγατζηδες,νταληκιερηδες που κοβουν την Ελλαδα στα 2,ναυτεργατες υψηλομισθοι,συνδικαλιστες κοπροσκυλα,μεγαλοτσιφλικαδες που κωλοβαρανε στα καφενεια κ στα μπουζουξιδικα,εκμεταλλευομενοι Πακιστανους στα χωραφια τους,
αραγε οι ανθρωποι της τηλεορασης ειχαν αδικο που τα σημειωναν ολα αυτα;

Αραγε στο Συνταγμα της Ιδεατης του Κοινωνιας,δε θα πρεπε να αποκεφαλιστουν κ αυτοι;

Μα ολοι αυτοι οι αποκεφαλισμοι,εφεραν στο νου του δυσαρεστους συνειρμους.Γιατι,καποιος που οραματιζεται αποκεφαλισμους,τι αλλο μπορει να σημαινει αυτο απο το οτι νιωθει κατα βαθος ο ιδιος ευνουχισμενος;
Και ποια ηταν αραγε η γκιλοτινα της δικιας του Φαλλικης εξεγερσης;Ποια ηταν η θηλεια στον Χρονο που τον ευνουχισε κ τον αναγκασε να ζει με πανοπλια το μισος,αναπληρωνοντας τη δικια του Πτωση,με τα οραματα της Πτωσης των Αλλων;

Βγηκε εξω στον δρομο,κοιταζοντας το πληθος που τον προσπερνουσε.Ναι,ο καθενας μας εχει μια ιστορια να αφηγηθει.Κ αν η ιστορια του μας γινει γνωστη,ισως να παψουμε να τον βλεπουμε καχυποπτα.
Βγηκε εξω στον δρομο,κοιταζοντας το πληθος που τον προσπερνουσε,κ επιβεβαιωθηκε οτι αυτο που κοιταζε δεν ηταν ενα Εθνος απατεωνων.
Αλλα ενα Εθνος προδοτων κ προδομενων.
Προδοτες ο ενας του ονειρου του αλλου,προδοτες των βαρυφορτωμενων απαιτησεων που ειχαν απο εμας,προδοτες γιατι λιγοψυχησαμε οταν επρεπε να σηκωσουμε κεφαλι,
κ τωρα οραματιζομαστε κεφαλια που πεφτουν στο Συνταγμα,
εν μερει δικαιολογημενα
κ εν μερει για να παρηγορηθουμε για τις υποσχεσεις που δε καταφεραμε να εκπληρωσουμε,
για το δικο μας κεφαλι που κειται νεκρο,σε οποιο Συνταγμα βρισκομαστε.

Και προδομενοι ασυγχωρητα,οχι μονο ο ενας απο τον αλλον
(αυτο θα μπορουσε να συγχωρεθει)
αλλα προδομενοι κυριως απο τον ιδιο μας τον εαυτο,
δυστυχως ασυγχωρητα,
γιατι αυτο που δε καταφερνουμε ακομα να συγχωρησουμε,φαινεται οτι ειναι ο εαυτος μας.

Παρασκευή 27 Αυγούστου 2010

ΑΘΑΝΑΤΟΙ ΚΑΙ ΥΠΕΡΟΧΟΙ

Τον φωναζαμε Δελτα.Απο το αρχικο γραμμα της προτασης "Δεν εχει σημασια το ονομα μου".Ετσι συστηνοταν στις γκομενες."Πως σε λενε;" "Το δικο μου;" "Δεν εχει σημασια το ονομα μου.Σημασια εχει να καταλαβεις ποσο μου αρεσεις"
Επιανε αυτη η βλακεια;
Ναι,συνηθως επιανε.Αλλα ηταν κ η ηλικια τετοια,που καμια σημασια δεν ειχε αυτο που λες,παρα μονο ο τροπος που το σερβιρεις.Ημασταν 18,ημασταν αθανατοι και υπεροχοι.
Κ ο Δ. ηξερε πως να ηλεκτριζει τις βραδιες μας.Ηταν εξυπνος,ειχε χιουμορ,ειχε αυτοπεποιθηση κ δε μασαγε πουθενα.
Εκεινη την εποχη δεν ειχαμε αντιληφθει κανενα προβλημα,δε μας απασχολουσε το γεγονος οτι κατεβαζε ενα καραβι σαμπουκα στη καθισια του(σαμπουκα=ιταλικο ουζο,αυτο το ποτο ηταν στη μοδα καπου εκει,το 1996)
Αλλωστε κανεις απο τη παρεα δε γυρνουσε σπιτι ξεμεθυστος.

Λιγα χρονια αργοτερα,βρεθηκαμε στην Αθηνα,σε ενα παρτυ καποιου ΑΕΙ.Ειχαμε ψιλοκοψει απο παρεα.Διαφορα ακουγονταν για τον Δ..Οτι ειχε μπλεξει με ναρκωτικα,οτι ειχε γινει κωλοχαρακτηρας.Αλλα δεν ημουν εγω αυτος που ειχε ξεκοψει απο εκεινον.Εκεινος ειχε ξεκοψει απο μενα.Οσοι μπαινουν στη φαση των ναρκωτικων,αυτοι ειναι που ξεκοβουν συνηθως απ'τις παλιες τους παρεες.Prima facie,ο λογος ειναι οτι θεωρουν τους παλιους τους φιλους "ξενερωτους" που δεν ακολουθησαν τον δρομο της ξεφρενης διασκεδασης τους.
Αλλα εγω πιστευω οτι κατα βαθος ντρεπονται να τους αντικρυσουν.Εχουν ενοχες για τη νεα ζωη τους.Κ δε θα αντεχαν με τιποτα ενα βλεμμα περιφρονησης που πιθανως θα ξεφευγε αθελητα.Ομοιος ομοιω αει πελαζει.Ετσι λενε απο αρχαιοτατων χρονων.

Οταν ειδα τον Δ. παντως στο παρτυ του ΑΕΙ,τιποτα δε προδιδε τις νεες του συνηθειες.Αλλωστε η κοκαινη ειναι social drug.Hταν μεσα στη τρελη χαρα,περισσοτερο απο καθε αλλη φορα.."Που εισαι μωρη αρρωστια;!!" μου φωναξε απο μακρυα.Εφτασε κοντα μου σχεδον πετωντας.Η αυτοπεποιθηση του ηταν αυξημενη οσο ποτε.Φαινοταν μια χαρα,Μονο τα ζυγωματικα του ειχαν καπως πρηστει(χαρακτηριστικη αλλοιωση στο προσωπο των χρηστων κοκαινης)
Περασαμε μαζι ολο το βραδυ,ενα βραδυ βγαλμενο απο τις καλυτερες στιγμες του παρελθοντοςΔε θυμαμαι σε ποσες την επεσε.Η ποσα τηλεφωνα μαζεψε.Βασικα,ουτε ο ιδιος σιγουρα θυμοταν.Εκεινο το βραδυ,ο πρωταρχικος σκοπος του ηταν να κανει εμενα,τον παλιοφιλο του,να περασω καλα.Κατι σαν αποζημιωση,σαν ετεροχρονισμενη ΣΥΓΓΝΩΜΗ, για το γραψιμο ολων αυτων των ετων.
Πριν αποχωριστουμε,κανονισαμε να ξαναβρεθουμε συντομα.
Εννοειται οτι τις επομενες μερες εξαφανιστηκε.Ενα τηλεφωνο που τον πηρα,δε το σηκωσε.Το περιμενα.Αλλα κ παλι,πικραθηκα λιγο.Οχι μονο απο ανησυχια για την υγεια του.Αλλωστε,ημασταν ακομα αθανατοι κ υπεροχοι.
Αλλα κυριως γιατι βεβαιωθηκα οτι ο παλιος μου φιλος,παρεμενε παλιος.

Τα χρονια περνουν.Κ οι ανθρωποι ειναι καταδικασμενοι(ισως κ ευλογημενοι) να ξεχνουν το προσωπο που δεν αντικρυζουν,οσο κ αν τους ειχε το προσωπο αυτο σημαδεψει.

Οταν εμαθα οτι ο Δ, επεσε μια ξεφρενη βραδια σε κωμα,τον αναζητησα,Ρωτησα παντου κ εμαθα το καινουριο κινητο του.Του τηλεφωνησα.Ερχομαι απο το σπιτι σου,του ειπα.Πες μου ποτε βολευει.
Φυσικα κ ο Δ. δεν ειχε πεσει σε κωμα.
Αλλα ξερετε τι συμβαινει με τις φημες.Κ ποσο διαστρεβλωνεται το πρωταρχικο γεγονος.
Η φαση ειχε ως εξης,ενα βραδυ ο Δ. λιποθυμησε κ τον τρεχαν στα νοσοκομεια.Οι εξετασεις δεν ηταν πολυ απογοητευτικες.Απλα εδειξαν αφυδατωμενη καρδια..Αυτο ακριβως του ειπε ο γιατρος."Την εξαντλησες" "Προσεξε"
Η κοκαινη αναγκαζει τη καρδια να φτασει μεχρι κ  160 παλμους την ωρα.Εφιδρωση,Το σωμα χανει τα υγρα του.Η μεταβαση σε τοπο χλοερο δεν αργει κ πολυ.

Καθως μου τα εξηγουσε ολα αυτα,τον κοιταζα κ προσπαθουσα,πισω απο τα στρωματα του χρονου κ της ντρογκας,να διακρινω τον παλιο μου φιλο.Δεν ειχε αλλαξει πολυ ομως ειχε αλλαξει.Καταλαβαινω οτι φασκω λιγο κ αντιφασκω,ισως δε βγαινει ακρη.Αλλα δε μπορω να το περιγραψω καλυτερα.Ειχε παχυνει πολυ στο προσωπο,τα μαλλια του ειχαν ασπρισει αρκετα,τα ματια του εδειχναν φοβισμενα.
Αλλα δεν ηταν παλλομενος,ζωντανος φοβος.
Ηταν φοβος απολιθωμενος.
Λες κ αντικρυσε τη Μεδουσα,
λες κ γυρισε να δει τα Σοδομα που φλεγονταν.
Ειχε χαθει εννοειται,η παλια του αυτοπεποιθηση.Μιλουσε γρηγορα,μασαγε τις λεξεις,μετεδιδε αγχος στον συνομιλητη του.Αλλα ταυτοχρονα ο φοβος τον ειχε προσγειωσει,τον ειχε μαλακωσει,του ειχε σπασει τον κακως νοουμενο τσαμπουκα,τον τσαμπουκα που περισσευε.Δεν ημασταν πια 18,ουτε 25.
Κ ο Δ. ειχε αντιληφθει(οχι με τον καλο τροπο)οτι δεν ημασταν πια αθανατοι κ υπεροχοι.
Κ ομως,πισω απο αυτα τα στρωματα,ηταν πολυ ευκολα να διακρινεις τον Δ.Σχεδον οπως ηταν παλια.
Εφυγα απο το σπιτι του λεγοντας του να ξαναβρεθουμε οποτε ηθελε.Τις επομενες μερες,βδομαδες,κανεις δεν ειχε επικοινωνησει με τον αλλον.Μαθαινω ομως νεα του.Καλα νεα.

Σηκωθηκα μια μερα κ σταθηκα απεναντι στον καθρεπτη μου.Εχω παχυνει κ εγω,αν κ οχι στο προσωπο.Επισης τα μαλλια μου εχουν αραιωσει καπως.
Αλλα δεν εχω αλλαξει πολυ απο τα 18 μου.Την ιδια τρελα κουβαλω,κ εχω πασχισει να κουβαλω και την ιδια αγνοτητα.Κ ξερω οτι κ ο Δ.,αν κοψει τελικα τις μαλακιες,θα αντιληφθει το ιδιο,κοιταζοντας στον δικο του καθρεπτη.
Δε γαμιεται.
Αθανατοι κ υπεροχοι θα ειμαστε για παντα.

Παρασκευή 30 Ιουλίου 2010

ΜΙΜΟΥΜΕΝΟΣ ΤΟΝ ΜΠΟΥΚΟΦΣΚΥ (ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ, Η ΜΕΡΑ ΤΗΣ ΜΑΡΜΟΤΑΣ)

Aλλο ενα διηγηματακι που εγραψα πριν καποια χρονια...

Τελικα,αν γεννηθεις μαλακας,πεθαινεις κ μαλακας.Ειτε πηδας κ δερνεις,ειτε δε πηδας ουτε κ δερνεις,ειτε εχεις φραγκα,ειτε οχι,ειτε εισαι μορφωμενος ειτε οχι,ενα ειναι το δεδομενο,
αν γεννηθεις μαλακας,πεθαινεις κ μαλακας.
Αναποδραστον.

Οι τελευταιοι μηνες ηταν σχετικα καλοι.Μεθυσια σωστα,καλο σεξ,φραγκα στη τσεπη.Καταστασεις που μπορουν να στηριξουν την αυτοπεποιθηση του οποιουδηποτε.
Εγω ομως εξακολουθω.Να μη πιστευω σε μενα.Να μη πιστευω πουθενα.
Χθες με ρωτησε καποιος αν πιστευω στον Θεο.Θεωρησα αυτονοητο το να γελασω κ να μην απαντησω.Γιατι?Δε ξερω γιατι.Ειμαι 24 χρονων κ νομιζω οτι τα εχω δει ολα.
Προχθες γιορταζα,ηπια,τραγουδησα,χορεψα αδεξια,επεσα κ κοιμηθηκα ξερος.
Χθες ειδα εναν καλο μου φιλο,κοιταγα τη φατσα του κ εψαχνα να βρω θεματα να συζητησουμε οταν καταλαβα οτι δεν ειχα κ πολλα να πω.
Με ποιον???Με εναν καλο μου φιλο.
Γιορταζα,με πηραν καμια 60αρια ατομα να μου ευχηθουν,χαρηκα αλλα ουσιαστικα γραμμενους τους εχω,κ πως θα μπορουσα αλλωστε να μην εχει γραμμενους τους γνωστους του καποιος που εχει γραμμενο τον ιδιο του τον εαυτο?
Μπερδευτηκα.Νιωθω 60 χρονων,νιωθω οτι δεν υπαρχει κατι να πιστεψω.

Χθες το βραδυ,υστερα απο τη συναντηση με τον φιλο μου,κοιταγα ενα dvd,ειδα αλλη μια μαλακισμενη ταινια,εψαξα στα καναλια να βρω καμια τσοντα,δε βρηκα,ειδα αλλη μια ακομα πιο μαλακισμενη ταινια.μετα ειδα τις πρωινες ειδησεις,μετα κοιμηθηκα.
Ρε γαμωτο,τετοια βραδια σα τη χθεσινη ζω εδω κ χρονια,ανεξαρτητως του αν εχω παρεα η οχι.Ειναι το ιδιο κενο,same emptiness,επαναληψη.
Νιωθω να επαναλαμβανομαι.Μερα της Μαρμοτας.
Νιωθω ολα να επαναλαμβανονται γυρω μου.Αποδεχομαι τις ευθυνες μου.Μπορουσα για κατι καλυτερο.Ισως ακομα μπορω,Ισως ετσι το λεω για να μη βυθιστω ολοκληρωτικα στην απογνωση.
Εχω ενα καρο φιδια να σερνονται στο μυαλο μου κ να αχρηστευουν εκφοβιζοντας καθε μου κινηση.
              Αδρανεια.DVD.Παρακμη.Σεξ(Τσοντα)
Ηπια παρα πολυ στις γιορτες.Μαλωσα με τη κοπελα μου.
Μαλωνω συχνα με τη κοπελα μου.Κ αυτο με φθειρει πολυ περισσοτερο απο οτι δειχνω.
Μα ξερω οτι καποτε θα μου λειψει μεχρι κ αυτο.
Οταν καταλαβει οτι δεν ειμαι πια ανθρωπος.

Οταν καταλαβει τη πραγματικη μου ηλικια.
Οταν καταλαβει οτι καθε δευτερολεπτο,υποφερω,
κ αν δεν υπαρχει λογος,παντα καποιον ανακαλυπτω.
Οταν καταλαβει οτι αγαπαω ακομα κ μια μαλακισμενη ταινια περισσοτερο απο εκεινη.
Με ρωτησε κ αυτη αν πιστευω στον Θεο
Ερωτησεις σαν αυτες μοιαζουν με αλυσιδωτες αντιδρασεις.
Γελαω γιατι βαριεμαι να σκεφτω.
Βαριεμαι η μαλλον φοβαμαι.
Φοβαμαι γιατι οποιος βαριεται να σκεφτεται απο τοσο μικρη ηλικια,εχει πολλους λογους να φοβαται.
Φοραω το δερμα μου κ βγαινω εξω.
Πινω,περπαταω,παραπαταω,μιλαω με ξενη φωνη,τρωω τα βραδια λιγωμενος απο το ποτο,παιρνω κιλα.
Τελευταια αποφευγω να σηκωνω τα τηλεφωνα.
Βαριεμαι να τους ακουσω.
Φοβαμαι αυτο που εχουν να μου πουν.
Στη γιορτη ομως τα σηκωνα τα τηλεφωνα.Ηθελα να δω ποιοι με θυμουνται.
Εγω ο υποκριτης μαλακας,που δε θυμηθηκα ουσιαστικα ποτε κανεναν.
Ειπαμε,γεννιεσαι μαλακας?πεθαινεις μαλακας.
Η,για να το πω αλλιως,γεννιεσαι?Πεθαινεις.
Το ιδιο ειναι.

Σάββατο 24 Ιουλίου 2010

ΕΧΩ ΕΝΑ ΦΙΛΟ

Προχθες εγραφα για καποιους φιλους-γνωστους μου.Ας συνεχισω λοιπον,με εναν ακομα.

Eχω ενα φιλο.
Λατρευει τη μουσικη,μια απο τις αγαπημενες του ενασχολησεις ειναι η ακροαση ενος καινουριου cd,συνοδευομενη απο καφε,τσιγαρο κ εφημεριδα.
Αλλα δε γουσταρει να πηγαινει σε συναυλιες,τον χαλαει η κοσμοσυρροη κ το στριμωξιδι.Περιττο να πω οτι δε πιστευει στη μεθεξη των συναυλιων,θελει να ακουει τα αγαπημενα του τραγουδια
μονος.
Λατρευει τις ταινιες.Αν τον ρωτησεις,θα σου αραδιασει εκατονταδες νοματαιους,
σκηνοθετες,ηθοποιους,σεναριογραφους,ποτε γυριστηκαν,σινεκριτικη κτλ
Αλλα δε γουσταρει να πηγαινει στον κινηματογραφο.Τον εκνευριζει ο ηχος του κινητου,τα νατσος που μασουλαει ο διπλανος του,οι αγενεις,το διαλειμμα.
Θεωρει ιεροτελεστια τη παρακολουθηση μιας καλης ταινιας.Κ οταν παρακολουθει,δε θελει να αποσπαται."ΜΙΑ ΤΑΙΝΙΑ ΤΗ ΚΑΤΑΛΑΒΑΙΝΕΙΣ ΜΟΝΟ ΟΤΑΝ ΤΗ ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΕΙΣ ΜΟΝΟΣ"Μου επαναλαμβανει συνεχως.

Θελει να τρωει μονος.Οχι επειδη,
"ΟΠΟΙΟΣ ΤΡΩΕΙ ΜΟΝΟΣ ΤΟΥ,ΜΙΛΑΕΙ ΜΕ ΤΟΝ ΘΕΟ",
οπως λεει κ ο ποιητης Παναγιωτοπουλος.
Απλα ετσι,διχως λογο.Υποπτευομαι οτι χαλιεται που ολοι οι κανονικοι υπολοιποι ανθρωποι,οταν τρωνε μαζι,ανταλλασσουν κ 2-3 κουβεντες.Ο συγκεκριμενος μαλλον δε θελει να μιλαει οταν τρωει.

Το πιθανοτερο ειναι να πιστεψετε οτι ειναι ενας μονοχνωτος,αντικοινωνικος μισανθρωπος.Κ ομως,καμια σχεση δεν εχει η εικονα που πιθανον να εχετε σχηματισει για αυτον,
με τη πραγματικοτητα.Ο,τι προβλημα κ αν εχουμε,σε αυτον καταφευγουμε για να μας πει τη γνωμη του.Κ εχει να μας πει παντα μια σωστη αποψη.
Οχι επειδη ειναι ευφυεστερος απο εμας.Αλλα γιατι νοιαζεται.Σε ακουει.Συμπασχει.
Κ οποιος πραγματικα ΝΟΙΑΖΕΤΑΙ για το προβλημα σου,συνηθως θα σου βρει μια λυση.Για αυτο αποτυγχανουν οι ψυχιατροι κ ψυχολογοι να σε βοηθησουν.Γιατι δε νοιαζονται.
(Ενσυναισθηση το λεει αυτο ο Ιρβιν Γιαλομ,που μαλλον θα συμφωνει με τη παραπανω αποψη)

Επισης,δεν ειναι μιζερος.Εχει πλακα.Ειναι ευχαριστος τυπος.Ο,τι πρεπει για να σε συνοδευσει σε μια βραδυνη εξοδο.
Κ δε ζηλευει.Χαιρεται με τη χαρα σου.Ουτε θα μπει στις γνωστες αντρικες ανταγωνιστικες διαδικασιες.Μαλλον μεσα του,θα τα εχει βρει με τον εαυτο του κ τι ειναι.
Απλα δε μπορω να καταληξω αν η ελλειψη ζηλιας οφειλεται σε μια στερεωμενη πεποιθηση ανωτεροτητας,η σε μια αισθηση κατωτεροτητας που ο ιδιος την εχει αποδεχτει πια πληρως.

Καποτε επινε πολυ.Λες κ τα ποτηρια που του σερβιρανε,ηταν συνεχως τρυπια.Καποιοι ανησυχησαμε παρατηρωντας τα κατορθωματα του.Εχετε δει πως γυαλιζει το ματι του μεθυσμενου?ε,εκεινου γυαλιζε διπλα.
Τωρα εχει μηνες να βαλει ποτο στο στομα του.Σε συνδυασμο με το οτι δε τον βλεπουμε κ συχνα,μας εχει μπει στο νου μια φρικτη υποψια,οτι ολο αυτο το ποτο δεν ηταν δειγμα αλκοολισμου,αλλα ηταν ο τροπος του να συνυπαρχει
οχι τοσο με εμας,αλλα με τον κοσμο γυρω του.Λες κ μονο οταν μεθουσε,εβρισκε τον κοσμο εναν ενδιαφεροντα τοπο,εβρισκε καποια λογια να πει.
Τωρα σιωπη.Κ ενα βλεμμα πιο ηρεμο απο ποτε.Συμβιβασμενο σιγουρα,αλλα με τι?με τον κοσμο που ηθελε να αλλαξει αλλα δε μπορει να τον αλλαξει?με τη ζωη?η με τη προσωπικη του ηττα?

Λες κ μεσα του υπαρχουν 2 καθρεπτες,βαλμενοι ο ενας απεναντι στον αλλον,με μοναδικο σκοπο τους να αναπαραγουν στο διηνεκες την εικονα του απεναντι καθρεπτη.Δηλαδη,το κενο.
2 καθρεπτες,2 ειδωλα,διχως τιποτα να παραμορφωνει,να αναστατωνει,να συγκινει,
καμια πληγη να αιμορραγει,πως να αιμορραγησει αλλωστε κατι
οταν η επιφανεια του ειναι ενα αψυχο γυαλι?
κ αυτη εικονα των ειδωλων,να συντονιζεται με τους χτυπους της καρδιας που θαρρεις να λιγοστευουν,αυτοανακυκλουμενη,αυτοαναπαραγομενη,μια εικονα που παυει σιγα σιγα να ειναι καρδιοχτυπι,
ξενυχτι,
ζωσα πληγη.

Εχω ενα φιλο.Καποιες φορες,μου φαινεται οτι δεν ειναι φιλος αλλα εχθρος.Κ τοτε τρεμω,
οχι γιατι φοβαμαι μηπως με βλαψει,
αλλα αν στην εποχη που ζουμε,
η φιλια κ η εχθρα παυουν να εχουν σημαντικες διαφορες,
τοτε ολα γινονται ενα,κ οι διαβαθμισεις θα πεθανουν,κ εμεις θα παψουμε να ξεχωριζουμε,να καταλαβαινουμε,να καταλαβαινομαστε,να αγαπουμε η να μισουμε.
Κ θα μεινει μια αδιαφορια που θα αναπαραγεται στο διηνεκες.
Σα 2 καθρεπτες βαλμενοι ο ενας απεναντι στον αλλον.

Τετάρτη 14 Ιουλίου 2010

ΜΙΜΟΥΜΕΝΟΣ ΤΟΝ ΜΠΟΥΚΟΦΣΚΥ (ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ¨HUNG-OVER)

Το παρακατω ειναι ενα διηγηματακι απο μια σειρα παρομοιων διηγηματων που εχω γραψει παλια,υπο την επιδραση του Μεγα αλητηριου κ μεθυσου συγγραφεα Τσαρλς Μπουκοφσκυ!

Ανοιξα τα ματια.10 το πρωι.Εβλεπα το σπιτι να γυριζει σα καρουζελ.Φοβηθηκα οτι ολοκληρη τη μερα δε θα εβρισκα τη δυναμη να σηκωθω απο το κρεβατι.Το στομαχι μου επαιρνε την εκδικηση του για τη δοκιμασια που το υπεβαλλα χθες βραδυ.Υπεφερα,Ειχα πιει κοντα στο ενα μπουκαλι τεκιλα.
Προσπαθησα να σηκωθω.Τελικα τα καταφερα.Σχεδον τρικλιζοντας πηγα στη κουζινα.Διψουσα.Ηπια λαιμαργα νερο.Το στομαχι μου τοτε πονεσε ακομα περισσοτερο.Ανακατευτηκα.Σκεφτηκα οτι θα ξερναγα.Αλλα τι θα ξερναγα?ειχα να φαω απο προχτες.

Ειχα ζησει πανω απο πεντακοσια χανγκοβερ.Πεντακοσια φρικτα πρωινα.Πεντακοσιες ζαλισμενες μερες.Αν προσθεσεις κ τα προηγουμενα βραδια της κραιπαλης,εχουμε χιλιες ζαλισμενες μερες
Χιλιες ζαλισμενες μερες,το σπιτι ακομα γυριζει σα καρουζελ κ εγω σκεφομαι οτι θα ειναι καλυτερα να σκεφτομαι λιγοτερο.
Με κουραζε η πολυ σκεψη.Ειδικα οταν σκεφτομουν παπαριες.Επεσα να κοιμηθω ξανα.Τιποτα.Τα τελευταια χρονια,ξυπνουσα παντα νωρις το πρωι,υστερα απο μεθυσι.9-10 η ωρα το πολυ.Κ δε συνερχομουν παρα μονο το απογευμα,υστερα απο το μεσημεριανο υπνο.Μεχρι τοτε υπεφερα σχεδον απο παραισθησεις κ εμμονες,οφειλομενες στο αλκοολ της προηγουμενης μερας.
Το μεσημερι ομως αργουσε.Κ το στομαχι μου εξακολουθει να ποναει.
Καποτε εκτιμουσα τον εαυτο μου.Μετα τον μισησα.Τωρα αδιαφορω για το τι ειναι,τι θα μπορουσε να ειναι,τι μπορει ακομα να καταφερει.
Κ αυτο ειναι το χειροτερο.

Πηγα στο σουπερ-μαρκετ να παρω γαλα.Συνηθως δε πινω γαλα.Αλλα τωρα χρειαζοταν.Θυμηθηκα τις διαφορες απο την εποχη που ημουν μικρος κ εξαναγκαζομουν να πιω γαλα.
Αν υπηρχε κατι ζωντανο μεσα μου,θα εκλαιγα.Αλλα ειχα παψει να κλαιω.Οπως κ να γελαω.Κ η ωρα περνουσε.Σκεφτηκα να καπνισω.Το στομα μου ομως ηταν γεματο δηλητηριο απο χθες.Εκεινη τη στιγμη σιχαθηκα το τσιγαρο.Σχεδον οσο κ τις μερες που περνουσαν ετσι διχως λογο.

Το μεσημερι ηλθε.Λιγο πριν παραδοθω στη γλυκια λυτρωση του υπνου,χτυπησε το τηλεφωνο.Ηταν η Σοφια.Μου αρεσε η Σοφια.Κ ειχε πολυ καιρο να με παρει τηλεφωνο γκομενα.Χαρηκα.Μου ειπε να παμε για καφε.Ημουν χιλια κομματια αλλα δεν ηθελα να αρνηθω,ηθελα να τη δω.Συμφωνησα.Ισως το να με δει σε τετοια χαλια,δε θα ηταν ο,τι καλυτερο.Κ τι εγινε?Ετσι κ αλλιως το ειχα χασει το παιχνιδι με αυτην.
Δε με επαιρνε.Μαλλον.Τiming.Mε τις γυναικες εχω λαθος timing.Οταν πρεπει να τη πεσω,κωλωνω.
Κ τη πεφτω στη πιο καταλληλη στιγμη.
Δεν ηταν παντα ετσι.Δε ξερω τι εγινε.Γιατι επεσα τοσο πολυ,Επεσα με ολους τους τροπους που μπορει να πεσει ενας ανθρωπος.Καποτε εψαχνα τα αιτια αλλα συντομα χαθηκα μεσα σε αυτα.Ακομα προσπαθω να βγω.Φαινεται οτι δε προσπαθω αρκετα.

Περπατησα απο Αλεξανδρας μεχρι Συνταγμα.Ο ηλιος με ειχε γαμησει.Την ειδα,χαμογελουσε.Προσπαθησα να χαμογελασω κ εγω.Σχεδον τα καταφερα.Προσπαθησα να ειμαι οσο γινεται περισσοτερο ανθρωπινος.Δυσκολο.Σχεδον ματαιο.Ενιωθα σαν εκφυλισμενος κ νικημενος Λυκος της Στεππας.Αυτος ομως ειχε καποιες Αξιες,εγω δεν ειχα καμμια.
Μου αρεσε ο Ερμαν Εσσε.Μου αρεσε κ η Σοφια.
Της ειπα οτι νιωθω μοναξια,δεν ηταν σποντα ουτε Μη-Σποντα,ηταν απλα η αληθεια.
Α!Ολα κ ολα!Ειχα καποια προτερηματα που αρνουνταν πεισματικα να με εγκαταλειψουν!Δεν ειχα προβλημα να ξεγυμνωνω τη ψυχη μου.Ημουν φθαρμενος αλλα ειλικρινης.Λιγοι εβλεπαν βεβαια θετικα την ειλικρινεια μου.Τη μεταφραζαν ως μοιρολατρια,αποδοχη της ηττας,αρνηση προσπαθειας για κατι καλυτερο.
Γαμωτο ηταν ολα αυτα αλλα πανω απο ολα ηταν ειλικρινεια!
Γαμωτο η Σοφια ηταν πολυ ομορφη σημερα!
Εξω απο τη καφετερια,περνουσε ενας γερος που εβηχε κ εφτυνε.
Αυτο δε την εκανε λιγοτερο ομορφη.
Ο γερος συνεχιζε να φτυνει καρκινο,η Σοφια συνεχιζε να μου δινει κατι σα χαρα.ο ηλιος συνεχιζε να με μολυνει με το φως του.Κ εγω συνεχιζα να σκεφτομαι ενα σωρο πραγματα.Τα περισσοτερα αχρηστα.1000 ζαλισμενες μερες,8000 ποτα
"ΣΤΑΜΑΤΑ ΝΑ ΣΚΕΦΤΕΣΑΙ,ΜΑΛΑΚΑ!" ουρλιαξα ενδομυχα.
"Τι σκεφτεσαι?" με ρωτησε η Σοφια που καταλαβε κατι απο τις εκφρασεις του προσωπου μου.
"Οτι ειμαι μαλακας" της απαντησα.Δε περιμενε να ακουσει κατι τετοιο.Γελασε.Νομιζε οτι της εκανα πλακα.

Εφυγε αργοτερα.Μπορει να βαρεθηκε,
μπορει απλα να μη σταματω ουτε δευτερολεπτο να μειωνω τον εαυτο μου.
Ηθελα να παω Αμπελοκηπους απο Συνταγμα.Πηρα τη Βασιλισσης Σοφιας με τα ποδια.Περπατουσα ασταματητα.Ο ηλιος με μολυνε,με εκαιγε κ τοτε διαπιστωσα οτι δεν ημουν αλκοολικος.Εχω πιει ενα καραβι ξυδια στη ζωη μου αλλα αλκοολικος ακομα δεν ειμαι.Ισως καποτε καταφερω να γινω.
Προς το παρον ειμαι απλα δυστυχισμενος,αλλοτριωμενος,αποξενωμενος απο το καθε τι.
Η Βασιλισσης Σοφιας φανταζε ατελειωτη.Μα δε με ενοιαζε,την ειχα καταβρει πια με το περπατημα.
Οταν τα παντα μοιαζουν αφιλοξενα,το μονο που μπορεις να κανεις,ειναι να περπατας.
Μου αρεσε αυτη η φραση.Την ειπα σε εναν φιλο μου στο τηλεφωνο.Γελασε.