Δευτέρα, 13 Ιουνίου 2011

ΤΟ ΔΑΙΜΟΝΙΚΟΤΕΡΟ ΛΕΥΚΟ

Δεν ειχα βρεθει εκει με τη θεληση μου. Θυμαμαι οτι περπατουσα μεσα στο δασος και ξαφνικα συνειδητοποιησα οτι ειχα χαθει..Θυμαμαι οτι με τραβηξαν οι ψαλμωδιες και οι παραξενοι θορυβοι,
αλλα δε μπορω να θυμηθω περισσοτερα, ουτε τι δουλεια ειχα σε αυτο το δασος, ουτε εκεινους που ειχαμε ερθει εδω μαζι.
Κρυμμενος μεσα στις φυλλωσιες, παρακολουθουσα μια Λιτανεια. Δε ξερω πως αλλιως να  χαρακτηρισω αυτο που εβλεπα. Ντυμενοι ομοιομορφα με λευκες κελεμπιες, δεκα με 15 φιγουρες ειχαν σχηματισει εναν κυκλο. Και βαδιζαν στη νοητη διαμετρο αυτου του κυκλου,
βημα αργο κι ασταματητο,
ψελνοντας η μουρμουριζοντας ακαταλαβιστικα.
(Διαισθανθηκα πως η αγωνια μου θα ηταν ακομα μεγαλυτερη αν καταλαβαινα τη γλωσσα τους)
Ηταν ντυμενοι στα λευκα, αλλα αποτελουσε το δαιμονικοτερο Λευκο που ειχα δει ποτε.
Ενα αρρωστο λευκο, που θαρρεις οτι φωσφοριζε, στελνοντας θλιβερα μηνυματα στο φεγγαρι
(Η μπορει  να ηταν εκεινο που αντανακλουσε τη θλιψη του φεγγαριου)

Σταδιακα, φλογες δυναμωναν απο κρυμμενους βωμους.
Και δε θα μου προξενουσε το θεαμα αυτο την ιδια αγωνια, αν δεν ειχα δει κι ακουσει καθαρα
το κλαμα ενος μωρου.
Ημουν σε μια υπερυψωμενη τοποθεσια κι εβλεπα καθαρα μεσα σε αυτο το ξεφωτο.
Μια σκουροχρωμη κουνια στη μεση αυτου του λευκου κυκλου
κι ενα μωρο να κλαιει. Οχι πολυ εντονα, ουτε σπαρακτικα,
κλαμα απαλο,σα να ακουγεται απο πολυ μακρυα,
ομως το οτι ηταν απαλο, καθολου δε μειωνε τη φρικη.
Γιατι βρισκοταν αυτο το μωρο εκει, στη μεση του κυκλου; Στη μεση του πουθενα;
Απο ποια Μητερα το αρπαξαν; Κι αν δεν απηχθη, τι ειδους Μητερα μπορεσε να προσφερει
το μωρο της σε αυτους;

Οι λευκες κελεμπιες σταματησαν να περπατανε, και σχεδον με στρατιωτικο ρυθμο, εστρεψαν
το βλεμμα ταυτοχρονα στο κεντρο αυτου του κυκλου...
....εστρεψαν το βλεμμα τους στο βρεφος.
Εμειναν ακινητοι..ναζι συνοδοι στο Αουσβιτς, επικινδυνοι παραφρονες που μπορεσαν να συνεννοηθουν για να φτιαξουν μιαν Αιρεση..Ηταν σιγουρα Αιρεση γιατι ηταν σιγουρο οτι ολοι αυτοι πιστευαν σε ιδιο Θεο..και τη συνεχεια αυτης της σκεψης δε θελω να τη κανω.

Επειτα κινηθηκαν ολοι μαζι προς το βρεφος, το οποι, σα να τους καταλαβε,
αρχισε να κλαιει εντονοτερα.
Δε θα ντραπω εδω να το πω: Η πρωτη μου σκεψη ηταν να τρεξω τοσο δυνατα ωστε να παρουν φωτια τα ποδια μου, να φυγω απο αυτο το αποκοσμο ξεφωτο, εγκαταλειποντας το βρεφος στο ελεος αυτων των τερατων.
(Πιστεψτε με, ηταν μια απο τις φορες που δεν αξιζει στη δειλια περιφρονηση, αλλα κατανοηση)

Ειχα δει τοσους εφιαλτες στη ζωη μου μα δε περιμενα ποτε οτι θα βιωσω τον φρικτοτερο απο αυτους ζωντανο. Δεν ηξερα εκεινη τη στιγμη οτι ο εφιαλτης μου δεν ειχε καν φτασει στο αποκορυφωμα του
.
Σκεφτομενος το παιδι που δεν εχω, δεν αντεξα τελικα να αφησω ανυπερασπιστο το βρεφος.
Μαζεψα ολον τον φοβο μου και τον εκανα ορμη. Μαζεψα τον εφιαλτη αυτον πλαι στη ζωη που ειχε μολις γεννηθει και τον συρρικνωσα τοσο πολυ ωστε να μη του επιτρεψω να μολυνει αλλο ετουτη τη νυχτα.
Ετρεξα σπαζοντας τον ανιερο κυκλο και κατευθυνθηκα προς το μωρο. Οι λευκες κελεμπιες
ηταν θολες στα ματια μου, δεν ειχα χρονο, ουτε ηταν η στιγμη καταλληλη ωστε να ζυγισω τις αντιδρασεις τους.
Ομως, στα κλασματα δευτερολεπτου που μεσολαβησαν μεχρι να φτασω στο βρεφος, αντιληφθηκα
οτι παρεμεναν ακινητες, λες και δεν αιφνιδιαστηκαν καθολου απο την εισβολη μου..

...λες και με περιμεναν.

Το φεγγαρι ελαμψε ακομα δαιμονικοτερα οταν πηρα στα χερια μου το βρεφος,
το φεγγαρι, οι λευκες κελεμπιες
ισως ολα μαζι, ισως δε ξερω τιποτα τωρα,
ισως ηταν μια παγιδα απο την αρχη,
ισως η μονη περιπτωση να κρατησω τα λογικα μου ειναι να πεισω τον εαυτο μου οτι αυτο που ειδα εκεινο το βραδυ, δεν ηταν παρα ενας εφιαλτης,
ισως και παλι, δε μπορω να αποφυγω την επελαυνουσα καταρρευση διοτι, ακομα κι αν ηταν ετσι,
τι σοι αρρωστο μυαλο επλασε αυτες τις εικονες;

Ισως δε θα ξεχασω ποτε τι συνεβη τη στιγμη που κρατησα στα χερια μου το μωρο,
ισως δε θα ξεχασω ποτε οτι σταματησε αποτομα να κλαιει,
ισως δε θα ξεχασω ποτε τον τροπο που με κοιταξε λες και δεν ηταν μωρο,
(λες και δεν ηταν νυχτα...λες και δεν ηταν κοσμος),
ισως ακομα και να μπορουσα να κρατησω τα λογικα μου, αν αυτη η σκηνη, το ονειρο η πραγματικοτητα,
εληγε εκει
και δεν εβλεπα ποτε το χαμογελο αυτου του πλασματος, χαμογελο πονηρο, χαμογελο απεριγραπτο,
χαμογελο που τρυπωνε μες στη ψυχη και σου θυμιζε οτι, οσα θαυματα κι αν κατορθωσει ο Ανθρωπος, οσα Μυστηρια κι να εξηγησει, οσους γριφους και να διαλευκανει,
ποτε του δε θα μπορεσει να ξεφυγει απο ενα καταραμενο δασος που βρεθηκε ξαφνικα στον δρομο του, απο ενα καταραμενο δασος που ισως να επιλεγει καποιους απο την αρχη της ζωης τους
και τους καλει εδω,

ενα καταραμενο δασος,
καποιες καταραμενες  φιγουρες..

κ ενα πλασμα..που το χαμογελο του με εκανε απο τοτε να προσμενω τον θανατο
μηπως και λυτρωθω.

6 σχόλια:

  1. Πολύ καλός Celin. Για άλλη μια φορά...

    LOLA

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ανατριχιαστικό.Μ αρέσει όμως και με συνεπαίρνει....

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. sunshine, σκεψου οτι μεχρι κ εγω που το εγραψα, τρομαζω οταν το διαβαζω:)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Καλημέρα. Επειδή είμαι φρέσκια εδώ...για τι πρόκειται; για βιβλίο ή απλά μία μικρή ιστορία; ρωτώ επειδή πρώτον θέλω να πω συγχαρητήρια!!! Κ δεύτερον επειδή κ εγώ γράφω.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Καλως ήλθες! Μία μικρή ιστορία μου είναι, χαιρομαι που σου άρεσε. Συνέχισε να γράφεις, η εξάσκηση από ότι νομίζω, μας κάνει καλύτερους.

      Διαγραφή