Πέμπτη, 25 Ιουλίου 2013

Ο ΞΕΝΟΣ



Ο Ξενος εμφανιστηκε αργα το βραδυ.
Δε γνωριζαμε οτι θα ερθει.
Αλλα κατα καποιον τροπο, τον περιμεναμε.
Καποιος η κατι 
επρεπε να ελθει κι απο δω



(πες μου,θυμασαι τοτε που εκλεψες τη Νυχτα?)




Πλαγιασε μαζι μας,
ηπιε απ'το ποτηρι μας,
εφαγε απ'το πιατο μας.
Κι αταραχος καθως ητανε,
φωτιζε τα σπλαχνα του,
φιδια γεννουσε κι ελαμπαν,
μαυροι λαβυρινθοι,
αστρα ασημαντα που μεσα του, 
βρισκαν τα ονοματα τους,

τρομοβορος κι εναστρος,
ο Ξενος μας ηρεμουσε.
Κι ερχοταν κοντα μας,
ξεχυνοντας πισσα,
πισσα με γευση μελι,
το νοστιμο σκοταδι.

Μεγαλωνε, δυναμωνε
περναγαν οι αιωνες
ποτε δε κουραζοτανε
κι εφτιαχνε εικονες.

Περπατουσαμε γυμνοι μα δε ντρεπομασταν
δε φοβομασταν να γινουμε αγριμια
η ακμη της Ασπιλης γενιας
τα αλλα αγριμια σωπασαν και κρυφτηκαν
τιποτα δεν ειχαμε πανω απο εμας
τιποτα δε πιστευαμε
τιποτα δε  μας τρομαζε,
νιωθαμε ολοι το ιδιο,
ο Ξενος εγινε βουνο,
ο Ξενος εγινε ποταμι,
τα μερη που ξεραμε χαθηκαν
ημασταν στη κοιλια του,
ημασταν τα παιδια του.
Τα παιδια μας του εμοιαζαν,
τα παιδια μας δε μιλουσαν,
δε μιλουσαμε ουτε εμεις.

Ελαχιστοι απο εμας,
 θελησαν να αποδρασουν
Ομως εκει μεσα ημασταν
ασφαλεις

(πες μου,θυμασαι τοτε,
που σε εκλεψε η Νυχτα?)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου