Σάββατο, 11 Οκτωβρίου 2014

ΟΙ ΚΙΝΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΧΕΡΙΩΝ ΣΟΥ



Στεκόταν θλιμμένη έξω απ'τη πόρτα μου,
τί έχεις αγάπη μου, πέρασε μέσα
γιατί κάθεσαι εκεί έξω, θα κρυώσεις.
Οσο δε μιλούσε, κρύωνα κι εγώ, 
όλο και περισσότερο
όχι απ΄τη παγωνιά εκεί έξω αλλά απ΄τη παγωνιά που αντίκρυζα στο
πρόσωπό της.
Λίγοι μήνες είχαν περάσει
δεν είχαμε πάει ούτε μία βόλτα στην εξοχή
αγάπη αστική, κτήρια και βιτρίνες
όχι όχι δεν ήταν έτσι
ήταν γιορτή ήταν μετάξι ήταν παραμύθι
έλα μέσα, αν είναι να τελειώσει
να τελειώσει όμορφα, γλυκά
έχω κάτι φωτογραφίες που είμαστε μαζί
και χαμογελάς, ίσως γιατί είσαι δίπλα μου
ίσως γιατί θες να βγαίνεις όμορφη στις φωτογραφίες
ίσως γιατί ήθελες τόσο να χαμογελάσεις που βιάστηκες νομίζοντας
ότι ήλθε επιτέλους η ώρα σου,
έλα μέσα, δε πειράζει
όλοι κάνουμε λάθη, προσδοκίες διαψεύδονται καθημερινά
διάβασα σήμερα στις εφημερίδες για κάποιον που αυτοκτόνησε
επειδή έπαψε να αγαπά τη γυναίκα του
μία τέτοια αυτοκτονία που ίχνος εγωισμού δεν έχει
κανονικά θα έπρεπε να τη γιορτάζουμε
όταν κοιτά ο ένας τον άλλον
όταν αγγιζόμαστε, όταν θρηνούμε
όταν ερωτευόμαστε, όταν συμφιλιωνόμαστε
πρέπει να αναγνωρίσουμε την αξία όλων αυτών των πραγμάτων
να μάθουμε να τα εκτιμάμε
γιατί έρχεται η στιγμή που τα χάνουμε και τρέμουμε
κλαίμε, τόσα χρόνια τί είχαμε δίπλα μας
γιατί φαίνεται τώρα τόσο άγνωστο, ξένο
δεν είναι η ώρα για κατηγορίες, για προσβολές, για εκδίκηση
να γλυκαθεί πρέπει η ψυχή, τάϊσε τη μέλι κι αναμνήσεις
και ζεστά πρωινά που ξυπνούσατε μαζί
και κάθε τι φαινόταν σύμμαχος και ήταν σύμμαχος
να σε αγαπήσω για μία ακόμη φορά
θα μπορέσεις ποτέ να καταλάβεις τί σήμαινες για μένα;
Το μαγικό σου ημερολόγιο
οι ζωγραφιές σου
οι κινήσεις των χεριών σου όταν παθιαζόσουν ή θύμωνες
πάλλεται η καρδιά τώρα στιλέτο καρφωμένο η σιωπή σου
άρχισε να βρέχει κι εσύ κάθεσαι στο κρύο
λες και δε με ακούς
λες και δε με βλέπεις
τα αυτοκίνητα έχουν πάψει να περνούν
τα φανάρια έχουν σταματήσει στο κόκκινο
φωνές δεν υπάρχουν, φώτα, ζητιάνοι
τίποτα
λες κι έχουν εξαφανιστεί όλοι
γιατί δεν αντέχουν να βλέπουν αυτό το θέαμα
και η μασκα πέφτει, τίποτα
δεν υπάρχει τίποτα εκεί έξω
δεν υπάρχει τίποτα στην πόρτα
δεν υπάρχει χρόνος
δεν υπάρχω ούτε κι εγώ






4 σχόλια:

  1. φιλε σελιν παρε και ενα δικο μου:)

    Ο θόλος

    Προσπάθησες να καθαρίσεις το τζάμι με το χέρι σου μα εκείνο παρέμεινε θολό, έχει θολώσει από την άλλη πλευρά.

    Το θόλωσε με την ανάσα της μια μορφή που πλησίασε για λίγο το παράθυρο, και ύστερα χάθηκε πίσω απ΄ το χνώτο της.

    Κολλάς το πρόσωπο σου πάνω μπας και καταφέρεις να διακρίνεις κάτι, μετά απογοητευμένος το απομακρύνεις και μένει στο τζάμι το αποτύπωμα του.

    Σκέφτεσαι να χτυπήσεις, για λίγο διστάζεις και ύστερα χτυπάς σιγανά με το δάχτυλό σου δυο τρείς φορές, καμιά απάντηση.

    Το χνώτο από την άλλη πλευρά έχει κρυσταλλιάσει, κρύα νύχτα, ποιός τρελός κυκλοφορεί εκεί έξω;

    Αναρωτιέσαι μήπως θα έπρεπε να είχες χτυπήσει πιο δυνατά, βρε δεν βαριέσαι, αφού θέλει να ξεπαγιάσει ας ξεπαγιάσει!

    Γυρίζεις την πλάτη σου και απομακρύνεσαι, φεύγοντας αφήνεις ξυπόλυτα ίχνη πάνω στο χιόνι, εύχεσαι να τα ακολουθήσει για να νιώσεις τη ζεστή ανάσα πάνω στο σβέρκο σου.

    Στρίβεις το κεφάλι για να ρίξεις μια τελευταία ματιά, στο τζάμι από τέτοια απόσταση καθρεφτίζεται μονάχα η σιλουέτα σου που μεταναστεύει.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ποιηματάρα φίλε, πολύ με άγγιξε, και η "ανατροπή" στο τέλος συγκλονιστική.

      Διαγραφή